Τρίτη, 15 Ιουλίου 2014

Σιωπές στο Δουβλίνο


-Και πώς γίνεται μια εκκλησία του 19ου αιώνα να έχει γίνει παμπ;

-Αν προσπαθήσεις να καταλάβεις τους Ιρλανδούς δε θα σε βγάλει πουθενά.

-Γιατί ήρθες στην Ιρλανδία; Ποια είναι η ιστορία σου;

-Δεν έχω ιστορία. Ήρθα εδώ για να βγάλω λεφτά. Έτσι απλά. Έλεγα ακόμα έναν χρόνο ακόμα έναν χρόνο ακόμα έναν και πέρασαν οχτώ. Τώρα δεν έχω πίσω πού να κοιτάξω. Όταν πηγαίνω στην Κατοβίτσε δεν την αναγνωρίζω. Δεν είναι η πόλη μου πια. Έτσι απλά. Δεν έχω πίσω να κοιτάξω και μπροστά δε θέλω να δω.

-Αν ήμουν πιο μικρή θα ήθελα να σε ρωτήσω για τον Κισλόφσκι. Αλλά αυτή τη στιγμή αν κάτι με συγκινεί είναι να βλέπω την Γκίνες στο ποτήρι μου που μου φαίνεται σαν τέχνη. Η ψυχή μου πάει ένα βήμα μπροστά, δυο βήματα πίσω. Κινείται σε σπείρες βασανιστικές. Όποτε απολαμβάνω τη στιγμή, το εγώ μου μ’ εκδικείται. Θα πρέπει να πιω πιο πολλές μπύρες. Για να ξεχάσω τα κομμάτια του εαυτού μου που υποφέρουν στις απαιτήσεις του παρόντος.

-Όταν ήμουν μικρός ήμουν πολύ ομιλητικός. Η γιαγιά μου ερχόταν στο σπίτι και με άκουγε να μιλάω στο δωμάτιο. Τίποτα δεν είναι, της έλεγε η μητέρα μου, μιλάει στα κουκλάκια του. Νομίζω πως μιλούσα διαρκώς για να μην ακούω τους ανεπαίσθητους ήχους που έβγαζε η μητέρα μου όταν έμενε μόνη της στο καθιστικό του σπιτιού, ξέπνοη από την υπομονή κι όσο συσσώρευε μέσα της τους κύκλους της αβίωτης επιθυμίας της. Το σπίτι γέμιζε σκοτάδι, ένα ανυπόφορο πηχτό μαύρο. Έκοβες με μαχαίρι τις σιωπές.

-Οι ιστορίες και των δυο μας είναι να μην τις έχουμε. Η σιωπή είναι η αγαπημένη μου έκφραση. Αγαπώ την βαθιά πνευματικότητά της, τις στιγμές που εσωτερικεύω τον άλλον. Η αγάπη ήταν για μένα πάντα μακριά. Με άλλα λόγια, επιζητώ διαρκώς να τη χάσω. Η ψυχή μου παρόλα αυτά δεν αδράνησε ποτέ, καμία εποχή δε διαδέχτηκε την άλλη χωρίς να έχω επιδιώξει εκείνη την πληρότητα που προκύπτει καθώς οι ενδιάμεσες εμπειρίες περιβάλλονται μια σαφή ιστορική υπόσταση. Έτσι, έφτασα κάποτε στις πηγές του σώματός μου. Θυμάμαι τότε να με αγγίζω και να νιώθω το χρόνο να διασχίζει τα συμβολικά όρια του εαυτού μου, να αδράχνει το δέρμα μου και να το φθείρει.

     Φτάσαμε στο κάμπους, του είχα εξηγήσει ότι το δωμάτιο όπου κοιμόμουν βρίσκεται μισή ώρα μακριά απ’ το Δουβλίνο. Μου είπε ότι τα τελευταία έξι χρόνια, δυο χρόνια δηλαδή αφότου ήρθε από την Πολωνία δουλεύει σαν οδηγός, οπότε δε θα ’ταν πρόβλημα να μετακινηθεί γι’ αυτή την ελάχιστη απόσταση. Αρκεί να μπορούσα να παραμείνω λίγο περισσότερο εκεί μαζί του, λίγο πιο πολύ από όσο θα μου επέτρεπαν τα μέσα συγκοινωνίας, όσο χρειαζόταν για να καλύψουμε με το αυτοκίνητο την απόσταση.

-Το δωμάτιό μου λέγεται Nantes Room. Ακούγεται σαν το δωμάτιο ενός νεκρού παπά, από αυτούς που φοιτούσαν στο κολλέγιο.

-Είναι πόλεις μεσαιωνικές. Δίπλα είναι η Salamanca. Πες ότι ταξιδεύουμε στο χρόνο, έχουμε ήδη διασχίσει σύνορα. Απομένουν τα όρια ανάμεσά μας. Έχεις ερωτευτεί ποτέ;

-Ναι.

-Πώς ένιωσες;

- Σαν μωρό που παίζει με μαχαίρια. Εσύ;

-Σαν μαχαίρι στην καρδιά ενός μωρού.

Θα σιωπήσουμε για λίγη ώρα. Για όση χρειάζεται, ώστε να λυπηθούμε τη λύπη μας.

-Αυτή είναι η σιωπή που έκοβε στο σπίτι της μάνας σου τα δικά σου πόδια. Είπαμε την σιωπή, αλλά τώρα πρέπει να φύγεις, είναι μία, το Πανεπιστήμιο κλείνει κι εγώ πρέπει να κοιμηθώ. Άλλωστε, λίγο ακόμα και θα φτιάξουμε μια ιστορία, από αυτές που δε θέλουμε να έχουμε. Θα τα ξαναπούμε ίσως. Αλλά μπορεί και όχι. Όχι, κατά πάσα πιθανότητα. Ίσως και να μην θέλουμε να τα ξαναπούμε.

Ίσως να μην έχουμε πίσω πού να κοιτάξουμε και μπροστά να μη θέλουμε να δούμε.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου