Πέμπτη, 3 Ιουλίου 2014

Στα όρια της γλώσσας, στα όρια του σώματος


Τα τελευταία πέντε χρόνια βρέθηκα κοντά σε μια μειονοτική θέση με την οποία δε συνδεόμουν βιογραφικά, αν και οι πηγές της αναζήτησης βρίσκονταν βαθιά στην ψυχική δομή μου, άρα και στη θέση μου στο σύστημα της βιοπολιτικής. Η σχέση μου με αυτιστικούς ανθρώπους φώτισε δύο ερωτήματα που σχετίζονται με τα όρια ανάμεσα στον εαυτό και τον «άλλο», τα οποία θεώρησα εξαρχής αλληλένδετα αν και,  όπως προέκυψε στην έρευνα, τα βιώματα στα οποία αναφέρονται είναι αμοιβαίως αποκλειόμενα. Το πρώτο αφορά ένα θεωρητικό, αλλά και μεθοδολογικό ζήτημα που με απασχόλησε σχετικά με τους αυτιστικούς ανθρώπους, δεδομένου ότι οι περισσότεροι από τους συνομιλητές μου δεν ομιλούσαν. Το ερώτημα είναι το εξής: Πώς θα νιώσω στο σώμα μου τον πόνο ενός άλλου; Το δεύτερο αφορά την έννοια της επιτελεστικότητας ως διαδικασίας της υποκειμενοποίησης. Πού εδράζεται η σωματική και ψυχική υλοποίηση του ηγεμονικού λόγου;
Ο αυτισμός είναι μια σύνθετη έννοια και η επιστημονική του ιστορία ενσωματώνει προκαταλήψεις, προβολές και φαντασιώσεις των μη αυτιστικών, ή αλλιώς, των νευροτυπικών, όπως οι ίδιοι οι αυτιστικοί μας αποκαλούν. Ο ορισμός του αυτισμού που υιοθετώ αναφέρεται στη νευρολογική αποσύνδεση της γλώσσας από το σώμα κατά την οποία το σώμα αποσυνδέει τα εγκεφαλικά σήματα. Έτσι προκύπτει μια σημαντική διαφοροποίηση σε σχέση με τον τρόπο που οι αυτιστικοί προσλαμβάνουν με τις αισθήσεις τους τις πληροφορίες του περιβάλλοντος. Πολλοί αυτιστικοί σκέφτονται με εικόνες, για άλλους η αίσθηση με βάση την οποία προσανατολίζεται το σώμα και η σκέψη τους είναι η όσφρηση, πολλές φορές οι ήχοι που παρατείνονται προκαλούν πόνο, οι αισθήσεις του πόνου και της θερμοκρασίας στο δέρμα είναι απολύτως ιδιοσυγκρασιακές και με αυτήν την έννοια ένα χάδι μπορεί να είναι εφάμιλλο ενός χτυπήματος, ενώ ένα χειρουργείο ανώδυνο. Κάποιοι ακούν όλους τους ήχους ταυτόχρονα σαν μια αδιάκριτη μάζα θορύβου, άλλοι ακούν μόνο συγκεκριμένους ήχους, όσο μακριά στο χώρο κι αν εκπέμπονται αυτοί. Τα όρια του σώματος δεν είναι προσδιορισμένα, οι αισθήσεις τους είναι διεσπαρμένες στο χώρο, πολλοί χρειάζονται να βλέπουν τα μέλη τους για να βεβαιωθούν ότι τα έχουν, άλλοι να αγγίξουν για να μπορέσουν να δουν, πολλοί αυτοτραυματίζονται για να νιώσουν ότι έχουν σώμα. Ο χρόνος είναι χαοτικός. Όσο διαφορετικά κι αν είναι αυτά τα βιώματα, αυτό που συνέχει την αυτιστική εμπειρία είναι η πρόσληψη πληροφοριών που δε γενικεύονται σε εννοιολογικά σχήματα. Ακόμα και για τους αυτιστικούς που ομιλούν, η γλώσσα είναι απολύτως ιδιοσυγκρασιακή και υποκειμενική, σύμφυτη με τις αισθήσεις, τη μνήμη και το βίωμα.
Αυτό συμβαίνει και στους νευροτυπικούς, ωστόσο στη δική μας εμπειρία η δυνατότητα να εννοιολογούμε τα βιώματά μας προσανατολίζεται στις νόμιμες αναπαραστάσεις των κοινωνικών μυθοπλασιών. Ο λόγος, ως επί το πλείστον, ηγεμονεύει τη δυνατότητα αναστοχασμού μας. Η γλώσσα αποτελεί έναν βασικό μηχανισμό κοινωνικοποίησης που χειραγωγεί την κρίση και την προσοχή μας, ώστε να γίνουμε αποδεκτά μέλη της κοινότητάς μας. Ασυνείδητα εσωτερικεύουμε τις δομές και τους κανόνες αναπαραγωγής της ως ψυχικές αναγκαιότητες. Κι ενώ ομιλούμε εμπλεκόμενοι/ες σε κοινωνικές σχέσεις, στις χωροχρονικές διαστάσεις του δημόσιου βίου και των ανταγωνισμών του, η γλώσσα είναι και πάλι που συγκαλύπτει αυτές τις σωματικές και αισθητηριακές πηγές της. Μάλιστα, η δυνατότητα της γλώσσας να φετιχοποιεί, να μυστικοποιεί τις εξουσίες που αναπαράγουν τις κυρίαρχες σχέσεις είναι επενδυμένη λιβιδινικά, συναισθηματικά και αισθητηριακά. Κι αυτό γιατί κατά τη διαδικασία απόκτησης της γλώσσας απωθήσαμε στο ασυνείδητο την πρωτογενή μας ευαλωτότητα που προηγείται της διαμόρφωσης του σωματικού μας εγώ, το πρωτογενές τραύμα μιας παθητικότητας που προηγείται της διάκρισης ενεργητικού-παθητικού και της οποίας διάκρισης συνιστά προϋπόθεση. Το άγχος για την ανάδυση της αποκλεισμένης νηπιακότητάς μας που συνυπάρχει με τη γλώσσα, το άγχος για την απώλεια του γλωσσικά οριοθετημένου εαυτού μας, μετατίθεται στην επικύρωση του ηγεμονικού λόγου, στις δομές των ιεραρχικών σχέσεων. Προκειμένου να έρθουμε σε πραγματική επαφή με το τραύμα αυτού του υπαρξιακού χάσματος με τον άλλο, προκειμένου δηλαδή να έρθουμε σε πραγματική επαφή με τον άλλο και όχι με τον αντικατοπτρισμό των δικών μας αναπαραστάσεων, οφείλουμε να καταφερθούμε ενάντια στα γλωσσικά όρια της σωματικής μας εικόνας, που εξαρχής μας διαχώρισε. Κι αν η διαδικασία δρομολόγησης αυτής της προσπάθειας αίσθησης και ενσυναίσθησης συλλαμβάνεται διανοητικά, η συμφιλίωση είναι διανοητικά αγεφύρωτη, βιώνεται μόνο συναισθηματικά και μέσα από αυτή τη χειρονομία πένθους για το γλωσσικά διαμορφωμένο μας εγώ.
Αν η γλώσσα γεννιέται σ’ ένα περιβάλλον συναισθημάτων και αισθήσεων, τότε αυτά τα συναισθήματα ανακινούνται μέσα από βιώματα, από την κίνησή μας στον κόσμο. Με αυτή την έννοια, ακόμα κι αν η γλώσσα μάς δίνει τη δυνατότητα να αποφύγουμε τον σωματικό εαυτό, την ίδια στιγμή οριοθετείται από το ίδιο αυτό σώμα. Από το σώμα, όχι πια ως αντικείμενο των συσχετισμών δύναμης και των γλωσσικών αναπαραστάσεων που το έφεραν εξαρχής στο λόγο, αλλά ως υποκείμενο της εμπειρίας του που υφίσταται τις συνέπειες της κοινωνικής αμοιβαιότητας, ως περγαμηνή των εκτοπισμών του. Η γλώσσα των αυτιστικών απέχει από τη δυνατότητα της αυταπάτης που έχουν οι νευροτυπικοί να παίρνουν αποστάσεις από τον εαυτό. Αντίθετα, η «ιθαγενής» γλώσσα των αυτιστικών χαρακτηρίζεται από την δύσκολα βιώσιμη αυτή εγγύτητα με τον εαυτό και το συνακόλουθο άγχος και την οδύνη που προξενεί η αμεσότητα και εγγύτητα με τον άλλον. Για τους αυτιστικούς, επίπονη είναι η ίδια γλωσσική έκφραση, καθώς βιώνουν διαρκώς τα ίδια τα όρια μιας γλώσσας την οποία ποτέ δεν οικειοποιούνται απολύτως. Γι’ αυτό, κάποιες εκφορές είναι γι’ αυτούς λογικά ασύλληπτες και συναισθηματικά αβάσταχτες, όπως είναι οι προσωπικές αντωνυμίες, εκείνες δηλαδή οι εκφορές στις οποίες η γλώσσα δείχνει τον εαυτό της, δείχνει τα όριά της και τη σχέση της με το σώμα που ως τέτοιο εκτοπίζεται για να πάρει θέση στο λόγο.
Στο πεδίο επανερχόταν σαν αποκλεισμένη δυνατότητα για τους αυτιστικούς η μεταφορά, ως μια εκφορά που λέει τη γλώσσα και ταυτόχρονα βιώνει και δείχνει τα όριά της. Η μεταφορά, δηλαδή η γλώσσα ως έκφραση και δημιουργία, προκύπτει ασυνείδητα, καθώς βιώνουμε τον κόσμο και προσλαμβάνουμε τα ερεθίσματά του. Προκύπτει από την ανακίνηση του προγλωσσικού μας ασυνειδήτου, των πρώιμων κιναισθητικών εμπειριών μας, της νηπιακότητας που συνυπάρχει με τη γλώσσα. Είναι το εκστατικό αποτέλεσμα της αποτύπωσης του βιώματος και του ψυχισμού στη γλώσσα στην οποία εγγράφεται ως καινούριο νόημα.  Η ιδιαίτερη διαπλοκή γλώσσας και σώματος στον αυτισμό τροποποιεί τις συμβατικές χρήσεις της μεταφοράς και παίρνει διάφορες μορφές. Αν ισχύει, όπως υποστηρίζω, ότι οι αυτιστικοί ενοικούν στα όρια της γλώσσας, τότε όλη η γλώσσα είναι γι’ αυτούς μεταφορά. Για πολλούς αυτιστικούς η μεταφορά παίρνει τη μορφή της συναισθησίας, της πρόσμειξης αισθήσεων και αφηρημένη λογικής, κατά την οποία ακούν τις οσμές, βλέπουν και ακούν τους ήχους, συνδυάζουν αριθμούς με χρώματα. Πιστεύω, ωστόσο, πως οι περισσότεροι αυτιστικοί νιώθουν τη δημιουργική έκφανση της μεταφορικής γλώσσας, τη διατάραξη των οριοθετήσεων, την ανακίνηση του ασυνειδήτου στη συνειδητή ζωή μας και γι’ αυτό τους είναι επίπονη η μεταφορική διαδικασία. Οι δικές μας εκλάμψεις υπέρβασης του λόγου, όσο δεν γίνονται συνειδητές, από το λόγο αφομοιώνονται και πάλι. Παραχωρούμε στην εξουσία το δημιουργικό δυναμικό τους από το φόβο για το συναίσθημα της ευαλωτότητας που υπάρχει στην πηγή αυτής της δημιουργίας. Αν για τους αυτιστικούς είναι προφανώς αποκλεισμένη η μεταφορά είναι γιατί αυτό το συναίσθημα βιώνεται, ενώ από μας απωθείται και ο λόγος οικειοποιείται τις μεταφορές μας.  
Επανέρχομαι στα δύο ερωτήματα που τέθηκαν εξαρχής. Η δυνατότητά μας να νιώσουμε στο σώμα μας τον πόνο του άλλου και κατά συνέπεια να επικοινωνήσουμε με τους αυτιστικούς, είναι αμοιβαίως αποκλειόμενη με την επιτέλεση των κυρίαρχων νοημάτων που, μέσω της γλώσσας, διχάζουν τον εαυτό και τον άλλο σε δύο αντιμαχόμενες επί της ουσίας θέσεις. Σε αντιδιαστολή με αυτή τη στάση αναπαραγωγής του οικείου, η ενσυναίσθηση προϋποθέτει μια πράξη διακινδύνευσης, μια σύγκρουση: Τον θάνατο της φαντασιακής εικόνας για τον εαυτό, έτσι όπως προκύπτει από τη βιογραφική μας ιστορία. Προϋποθέτει το βίωμα του αποκλεισμού και της ξενότητας, της απόσχισης από την κοινότητα των ανθρώπων, έτσι όπως την ξέραμε μέχρι την στιγμή που ήρθαμε στο λόγο. Προϋποθέτει αυτή την απώλεια της οικειότητας και τη συμφιλίωση με τον πόνο της δικής μας μοναξιάς που ανακινείται στις συναντήσεις με τους άλλους. Αυτές είναι κάποιες από τις προϋποθέσεις για να βιώσουμε την απεραντοσύνη του νοήματος και την έκφραση, που δεν βρίσκεται από την πλευρά της εξουσίας, μόνο όταν δεν συγκαλύπτει την ευαλωτότητα από την οποία προκύπτει.
Στο ξεκίνημα της έρευνάς μου, οι αυτιστικοί προέκυπταν ως φαντασιακά παντοδύναμοι και καμιά φορά η απόσυρσή τους χαρακτηριζόταν εγωκεντρική. Αυτά υποδείκνυαν οι θέσεις των ανθρώπων γύρω τους και οι αξιακοί κώδικες με τους οποίους είναι συνυφασμένες οι θέσεις αυτές. Πριν από την ενασχόλησή μου με τα ασυνείδητα επίπεδα του εαυτού και τις σχετικές διεργασίες που περιέγραψα, είχα λίγες αντιστάσεις σε αυτές τις διαστρεβλώσεις που συγχέουν τον εαυτό με το εγώ. Οι διαμεσολαβήσεις ήταν πολλές και όχι πάντα εξωτερικές και ορατές. Όταν βρέθηκα στον ίδιο κόσμο με τους αυτιστικούς, στα προγλωσσικά επίπεδα του σώματος, δηλαδή της ψυχής, συνειδητοποίησα ότι αυτό που έχει σημασία για τους ίδιους είναι καταρχάς να επαναρυθμιστούν οι σχέσεις γύρω από αυτούς πριν από την οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση. Όχι για να έρθουν αυτοί στο επίκεντρο, αλλά για να αποκεντρωθούμε εμείς από τις σιγουριές μας. Οι αυτιστικοί θα μας ρωτούν διαρκώς πώς προκύπτουν τα αυτονόητά μας: πώς κουμπώνουμε ένα κουμπί, γιατί οι γυναίκες φορούν σκουλαρίκια, τι είναι είσαι, μέχρι πού πάει ο χρόνος; Και θα χρειαστεί να είμαστε σε θέση να διανύσουμε την απόσταση που χρειάζεται για να επικοινωνήσουμε μαζί τους: συγκεκριμένα από το προνόμιο της γλώσσας και του ανήκειν στην επαφή, την αμοιβαιότητα και τη συνδιαμόρφωση.



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου