Πέμπτη, 24 Νοεμβρίου 2011

Η φωνή της

Μου ραγίζει την καρδιά. 
Άσε με καλή μου τσιγγάνα, έχω μπλοκάρει το συναίσθημα. 
Μη με κάνεις άνθρωπο ξανά.  





Οι στιχοι λένε: Τι θα κάνω Θε μου; 




Δευτέρα, 21 Νοεμβρίου 2011

Καταραμένη Μπλανς


Σήμερα, στο πάρκο, είδα ένα χτυπημένο περιστέρι. Δεν ήξερα τι κάνει κανείς με τα χτυπημένα περιστέρια.  Το κοιτούσα πολλή ώρα μέχρι να σκεφτώ μια λύση. Ήρθε δίπλα μου μια κοπέλα και μου είπε να το πάρω σε μια κούτα στο σπίτι μου, μέχρι να θεραπευτεί το πόδι του που κουτσαίνει. ‘Αν μένεις εδώ κοντά, να το πάρεις’, μου είπε, ‘διαφορετικά θα το φάει καμιά γάτα’. Ψάχναμε μαζί για κούτα και άρχισε να μου μιλάει για τα ζώα της. Έχει πέντε γάτες και άλλα τόσα σκυλιά, σε ένα σπίτι στο βουνό. Μου αρέσουν οι ιστορίες για ζώα σε σπίτια του βουνού. Όπως και οι συζητήσεις με ξένους, στη μέση ενός αστικού πάρκου, μιας λυπημένης μέρας, κι εκείνο το ‘πάντα εμπιστευόμουν την καλοσύνη των ξένων’ της μπλανς ακουγόταν πάντα σα να υπάρχει ελπίδα στη μοναξιά. Σα να μην είχα άδικο που αγάπησα την πόλη, όσο και να μου αρέσουν οι ιστορίες από τα βουνά.  Η κοπέλα σκέφτηκε να βάλει το σκύλο μου να πλησιάσει το περιστέρι για να δούμε αν θα καταφέρει να φύγει. Πέταξε, πράγματι, κι εμείς κοιταχτήκαμε όλο χαρά. Στο τέλος, μου λέει ‘Μπορεί αυτοί εκεί πίσω σου να τα χτυπάνε για να τα τρώνε. Το κάνουν και αυτό.’ Γύρισα και είδα πίσω μου δυο μετανάστες.
Καταραμένη Μπλανς, ποιος  είναι τώρα ο ξένος και με ποιον να μιλώ;
Το περιστέρι κατάφερε να πετάξει.  Κι εγώ θυμήθηκα το τελευταίο βιβλίο του αγαπημένου μου συγγραφέα. Έγραφε για την υπέροχα ξεπουλημένη γενιά των παλιών αριστερών. Το βιβλίο το λένε σα σπασμένα φτερά.
Είδα το κενό μέσα μου να χάσκει, έσυρα τα πόδια μου στο σπίτι.
Σπασμένα φτερά.
Πόσες γέφυρες ακόμα να κάψω για να μην καίγομαι; 

Τετάρτη, 9 Νοεμβρίου 2011

Η κατάσταση εξαίρεσης είναι κάθε μέρα


Εκτάκτου ανάγκης

Όλα συντείνουν.
Τα παιδιά που ξαναρχίζουν το σχολείο
Η διακοπή του νερού
Όλα αυτά που γυρεύω να κάνω
Και δεν προλαβαίνω
Εκείνη η περσινή βραδιά
Που μου πες: γιατί να σ’ αφήσω να φύγεις
Όλα συντείνουν
Τα στοιβαγμένα περιοδικά πάνω στο κρεβάτι μου
Οι αδειανές βαλίτσες
Η σπασμένη κούκλα στο πάτωμα
Ο λεκές από χλωρίνη στη ρόμπα μου
Η παρακμή του βενετσιάνικου καθρέφτη
Η βελόνα του πικάπ που έσπασε
Τα λειψά ρέστα
Η βρωμισμένη λίμνη
Οι Doors, οι Floyd, οι Jethro Tull
Που με χτυπάν από χίλιες μεριές.
Κάποιος εργάτης σε μια σκαλωσιά
Που με καλωσόρισε σ’ αυτή την πόλη
Τραγουδώντας μου την πρώτη μέρα
Κι από τότε δεν τον ξανάκουσα.
Όλα συντείνουν
Η βιασύνη
η ακαταστασία
Οι πόρτες που χτυπάν απ’ τον αέρα
Εσύ που δεν είσαι εδώ
όταν σε χρειάζομαι.
Η υπομονή μου
Η άχρηστη φωνή μου
Το βαρύ φορτίο της αγάπης σου
Συντείνουν.
Τα σταυρόλεξα που δεν μπορώ να λύσω
Και γυρίζω τη σελίδα
Και οι τοκετοί μου
Και η έκτρωσή μου
Και η βρύση που στάζει
Όλα συντείνουν σου λέω
Στο να λιγοστεύω κάθε μέρα όλο και περισσότερο.


Μαρία Λάζου