Δευτέρα, 8 Αυγούστου 2011

Take pride in your fears


Και ήρθε η στιγμή να μοιραστείς. Η αυτονομία και η περιπλάνηση δε σου ήταν ποτέ αρκετή για να γεμίζει η ζωή με νόημα. Κι ας ήξερες ότι θα φτιάξεις ιστορίες. Γιατί χωρίς αυτές, τα κενά απ’ τις δύσκολες ώρες δε γεμίζουν. Να κάνεις την εμπειρία βίωμα και το βίωμα αφήγηση. Που είναι ένα άνοιγμα στον άλλο και στον εαυτό σου που γίνεται άλλος κάθε φορά που γράφεις και δεν ξέρεις πώς θα τον αφήσεις στην τελευταία σου λέξη. Ήρθε η στιγμή να συναντήσεις παλιές και καινούριες αγαπημένες φίλες.  Σε παλιές και αγαπημένες πόλεις. Να διαχειριστείς την εγγύτητα και την μνήμη. Που έχουν κάτι η μία από την άλλη. Όπως και οι φίλες έχουν κάτι από τις πόλεις που κατοικούν κι ας τις βασανίζουν και τις δυο χίλιες αμφιβολίες για την παραμονή τους σε αυτές. Και ήρθαν οι φόβοι. Γιατί το παρελθόν δεν ξεχνιέται ποτέ. Μόνο συσσωρεύονται οι επενδύσεις του εαυτού σου και εμπλουτίζουν ακόμα πιο εκρηκτικά το παρόν. Με φόβο για την απώλεια μια που δε θα σαι ποτέ ξανά ανέμελη κι ας ξεμυαλίζεσαι στις άγριες μητροπόλεις του Βορρά. Να στέκεσαι δίπλα στις αγαπημένες φίλες που σε γεμίζουν με τις δικές τους αφηγήσεις, με τις δικές τους αναμνήσεις που έχουν κάτι από σένα, που αφήνουν ίχνη σε σένα και τα κομμάτια σας να μπαίνουν από τη μία στην άλλη και άλλα κομμάτια σας να δοκιμάζουν την ετερότητα. Το βερολίνο σου είναι πέρα από την εικόνα. Να επιστρέφεις σε όλες τις στιγμές που έχεις δοκιμάσει τη μυθική και μυθοποιημένη πόλη, μικρή που ήρθες μόνη σου να συναντήσεις τη θεία που η μαμά δε συμπαθούσε και έφτασες εδώ μικρό παιδί να διαχειριστείς όσα δεν ήξερες ακόμα ότι θα πονούν πολύ, όλο και πιο πολύ όσο θα μεγαλώνεις, σ’ ένα παλιό σπίτι στο Kreuzberg που δεν ήξερες ακόμα την ιστορία του και τι σημασία είχε αφού σου έλειπε η μαμά κι όταν θα ξαναπήγαινες να επαναλάβεις τις διαδρομές από τα Φτερά του έρωτα γιατί η μετεφηβεία περνούσε μέσα από τις ταινίες που νόμιζες ότι είχαν τόση σημασία, που νόμιζες γιατί φοβόσουν τους ανθρώπους για να είσαι ειλικρινής χρόνια τώρα μετά από την αλήθεια που πονάει όταν την ακούς να σφυρίζει μέσα από το κενό που κρύβεις μες στο στήθος σου και αντέγραφες την αναπαράσταση σα να ήταν η πραγματικότητα και πέρναγες την Unter den linden και τους αγγέλους της σ’ ένα ταξίδι πριν το χωρισμό, από κείνους τους μικρούς και ανώδυνους νεανικούς χωρισμούς που σου έμαθαν μετά τι σημαίνει η απώλεια που δεν είναι να την αψηφάς και κάθε φορά να επιλέγεις τι έχεις να αφήσεις πίσω, τι έχεις να πάρεις μαζί στις αποσκευές σου όταν φεύγεις, χρόνια ξανά μετά να αποχωρίζεσαι την αγαπημένη φίλη που εγκατέλειπε την κοινή σας πόλη και όσα ζήσατε μαζί, αλλά να κατανοείς τους ανθρώπους όταν φεύγουν, καμιά φορά δεν έχουν επιλογή, δε θα ήταν καλά αν παραμέναν εκεί που είσαι κι εσύ, θα έμενε βαθιά μες στην καρδιά σου η φίλη που τη συνάντησες ξανά χρόνια μετά και ήταν όλα όπως παλιά γιατί πώς να αλλάξουν, η ζωή είναι μία και συνεχής και όσοι αγάπησες θα γίνονται άγιοι να σε προσέχουν, να έχουν τα μάτια τους στραμμένα πάνω σου, που διασχίζατε τα σύνορα με ένα παλιό αμάξι, κοιμόσασταν μέσα στη θλίψη που το είχατε φορτώσει για τον αποχωρισμό και δεν το είπατε ποτέ η μία στην άλλη, πως σήμαινε τόσα πολλά που φύγατε μαζί για αυτό που θα σας χώριζε, σ’ ένα σπίτι στο Kreuzberg ξανά, που τώρα σου μάθαινε όσα είχαν συμβεί παλιά σε αυτή την πόλη, όσα είχαν ρημάξει τώρα πια. Το Βερολίνο είναι η πόλη του πένθους. Έχουν συμβεί όλα, έχουν τελειώσει όλα. Στις καταλήψεις με φεμινίστριες να βρίζουνε το πανκ και το πρώτο κουίαρ πάρτυ της ζωής σου and we were at the stupid kopi? Να ακούς το διχασμό που τότε δεν ήξερες ότι έπρεπε να επιλέξεις φεμινισμό ή αναρχία, αλλά σου έδειξε η ζωή μετά τα σχήματα που είναι πιο ισχυρά καμιά φορά από όσα θα ήθελες να ζήσεις, να είναι αδιαίρετα τα κομμάτια σου, χρόνια μετά ξανά στο βερολίνο να πενθήσεις έναν άλλο χωρισμό, να ακροβατείς στο όριο με την παλιά σου συγκάτοικο πριν να υπάρξει καινούρια, την παλιά σου συγκάτοικο που την αγάπησες πολύ, που σου έμαθε ότι το σπίτι είναι θησαυρός που δεν τον βρίσκεις κάθε μέρα και αποφασίσατε να διασχίσετε την ευρώπη, πάτρα, βενετία, βιέννη, βερολίνο, αμβούργο, στοκχόλμη, όσλο, τα τρένα να περνάνε τα σύνορα στην ψυχή και στο χάρτη, το σπίτι να χωρίζεται στα δύο και η ζωή να είναι στο δρόμο, απρόβλεπτη και σταθερή μαζί. Σε μια κατάληψη ξανά στο Kreuzberg και οι διαδρομές να χαράζονται από τη μια μέρα στην άλλη. Το Βερολίνο είναι η πόλη του πένθους. Και τώρα θα κατέβεις στην Oranienstrasse σα να ήσουν εκεί από πάντα, θα ξαναζωντανέψουν όλες οι φαντασιώσεις για την αυθεντικότητα του πανκ που ξέρεις ότι θα μείνουν εκεί στα ξένα να ψηλαφείς το φαίνεσθαι του διαφορετικού που σε βασάνιζε επίσης από πάντα, θα περπατάς στο Mitte να δεις φωτογραφίες μιας ζωής τραβηγμένες με μια πολαρόιντ, στιγμές μιας πόλης και μιας καθημερινότητας τόσο πεζής που να μπορεί να υψωθεί στην τέχνη που εξαντλείται γρήγορα κι αυτή, να ξαναβρείς τις μουσικές, τη noise, τη hardcore, την tekno, το post punk που σε χτυπούν από χίλιες μεριές που λέει και η ποιήτρια, Mitte, Neukoln, Friedriechstein, ήχοι διαστραμμένοι να σ’ ακολουθούν με τη βροχή που καίει τα σωθικά σου κι η τελευταία  βραδιά σ’ ένα κουίαρ πάρτυ, που είναι πολύ πολύ δικό σου τώρα πια, κορίτσια να αγκαλιάζουν κορίτσια, αγόρια που φιλάνε αγόρια και χορεύουν σαν κορίτσια, εδώ είναι το σπίτι σου, να αμφισβητείς την άρρωστη πλευρά σου που γέμισε με νταρκίλες και η αγαπημένη φίλη να μοιράζεται την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την σκοτεινιά, ποτά, ζαλάδα, σκοτοδίνη και πρέπει να φύγεις και ξερνάς στην Kottbuser Tor, και οι φίλες να γελούν γιατί είναι σα να ξερνάς στην ομόνοια, γέλια, μαχαίρια, σκοτάδια, συντρίμμια, φτερά.
Το Βερολίνο είναι η πόλη του πένθους.
Κι η αγαπημένη φίλη, η φίλη από παλιά, η φίλη από πάντα, όπως είναι όλες οι φίλες, να σου μιλάει για τη μέρα της σε μια εξοχή του βερολίνου, σ’ ένα σπίτι με ένα φίλο και τα δύο παιδιά του. Και να νοσταλγείτε την οικογένεια που δεν είχατε ποτέ, και την ασφάλεια που πάντα την αποζητείτε γιατί δεν την είχατε όταν έπρεπε, μα ποτέ δεν είναι αργά για να αποκτήσουμε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, και πώς θα γίνει αυτό; να καλύπτουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, εμείς πηγαίνουμε μια ζωή ενάντια σε αυτές, να κάνουμε αυτό που μας κάνει καλό, να αγαπάμε εκεί που μας αγαπούν κι ας μην αγαπούμε μόνο αυτούς που μας αγαπούν. Και να μιλάτε για τα παιδιά που θέλετε να κάνετε, για τα παιδιά που δε θέλετε να κάνετε, για τα παιδιά που δε θα κάνετε ποτέ.
–Ναι, αλλά εγώ θέλω να τα σπάω πότε πότε σε queer πάρτυ και να ξερνάω στην Kottbuser Tor.
 – Ναι, κι εγώ.
Και γελάτε.. γιατί αγωνιάτε από παλιά αν αυτά τα κομμάτια σας θα μπορέσουν να βρουν έναν χώρο μέσα σας, χωρίς να ενοχοποιεί το ένα το άλλο.
Γυρίζοντας όμως, να ξέρεις, ότι το ταξίδι ήταν ωραίο γιατί το σπίτι σου σε περίμενε. Κάτι από το σπίτι σου. Κι ας έχεις χάσει τα πάντα. Ό, τι αγάπησες πιο πολύ. Γιατί ο σκύλος σου έμεινε να κοιτάζει τη χαραμάδα της πόρτας την πρώτη μέρα της απουσίας σου. Γιατί θα έβλεπες την πρώτη μέρα της επιστροφής την καλύτερή σου φίλη να λέτε και πάλι τα ίδια και τα ίδια. Κι ας μελαγχολείς λίγο που όλα φαίνεται να παραμένουν ίδια, παρόλο που είχες ξεμυαλιστεί και νόμιζες ότι θα έχεις γίνει άλλος άνθρωπος στην επιστροφή σου. Πιο φαντεζί, πιο εντυπωσιακός, πιο ενδιαφέρον άνθρωπος. Με τις εμπειρίες και τις γαμάτες μουσικές, με τις φαντασιώσεις για το πανκ και το άντεργκράουντ που κορέννυνται μόλις πατάς το πόδι σου στην αθήνα.
Τώρα κλείσου για λίγο και πάλι και μη μιλάς πολύ. Γιατί χωρίς κάτι να παραμένει το ίδιο, τα πράγματα δεν αλλάζουν καλά. Γιατί το χάος σημαίνει ότι όλα παραμένουν ίδια. Και νόμιζες ότι έχασες την εσωτερικότητά σου. Και πράγματι την έχασες. Ανόητη, πολύ ανόητη. Μα, δεν πειράζει. Το παιδί μέσα σου να το φροντίζεις πάντα. Είπε η ενήλικας με την κατανόηση που πρέπει να μάθει να δείχνει στα παιδιά. Μέσα και έξω από την ίδια. Μέσα και έξω από τους άλλους.
Το Βερολίνο είναι η πόλη του πένθους. Μα κάποια πόλη θα έπρεπε να το στεγάζει κι αυτό. Γιατί η ύπαρξη είναι απώλεια. Γιατί η ζωή μας ρήμαξε τα χέρια.


Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Damaged, but not broken                          

Δυο βδομάδες στις αγαπημένες σου πόλεις. Μητροπόλεις γεμάτες βία και τρυφερότητα. Να είσαι ξένη και ανώνυμη, τουρίστας, όμως, να μη σου κοστίσει ξανά, όσο όλες οι ρωγμές της ζωής σου. Αυτές να φύγουνε, να γιατρευτούν, να βρεις άλλες εμπειρίες, καινούριες σχέσεις, καινούριες φαντασιώσεις κι οι παλιές ας είναι εκεί, σα φαντάσματα, να μην ξεκουνάνε, δεν πειράζει, μόνο να μη σε ταράζουν, ας κάτσουν απέναντι να σε κοιτάνε ήρεμα, όπως οι φωνές στο παραλήρημα του Τζον Νας σε μια αμερικανιά, το ‘Ένας υπέροχος άνθρωπος’. Να κάθονται, ήσυχα, στο απέναντι πεζοδρόμιο κι εσύ να περπατάς στους δρόμους του Λονδίνου, στο Benthal Green, στο Soho και την China Town, να μεθάς στην Brick Lane με κοκτέιλς και μπύρες πολλές ήδη από την παμπ στο London Fields, να καταλήγεις σε ένα κλαμπ που σου υποσχέθηκαν τέκνο, αλλά η τέκνο αυτή είναι ανυπόφορη, κομμέρσιαλ, σκέτη καγκουριά που σε χαλάει, μαζι με τις μπύρες, να ρουφάς όλο τον πόνο και την εκτόνωση, να κάνεις δυο ώρες για την επιστροφή σε μια αδιευκρίνιστη τοποθεσία στο δυτικό Λονδίνο, που χάνατε τα διώροφα λεωφορεία και χάνεις τον έλεγχο, αλλά είναι, από πριν, ένα σημείο της διαδρομής που επέλεξες, να χάνεις τον έλεγχο, αλλά έχει ένα φεγγάρι τρέλα και φωτογραφίζεις 200 άτομα στη στάση κάτω απ’ το φως του που αμυδρά το συλλαμβάνεις, και την άλλη μέρα να τρέχεις στην τέιτ, για να πας και μια φορά στη ζωή σου κι ας έχεις χανγκ όβερ κι ας προτιμάς να μεθάς στους δρόμους του Λονδίνου. Να περπατάς, να περπατάς, ένα πρωινό στο Notting Hill, με γλύκα και τρυφερότητα κινηματογραφική, να περπατάς, να περπατάς, Camden Town, κι εδώ μόλις βρέθηκε η Amy Winehouse νεκρή, αλλά εσύ δεν ξέρεις γιατί να λυπηθείς, όχι δεν είσαι λυπημένη για τους ήρωες, προσπαθείς να μη λυπάσαι για τους δικούς σου ήρωες, να προσπαθήσεις να μην έχεις ήρωες, αλλιώς θα τους καταστρέψεις κι αυτούς μαζί με το ναρκισσισμό σου, τα είδωλα είναι για να πέφτουν, γι’ αυτό τα φτιάχνουμε, για να ζούμε μετά με τους μύθους τους, λυπάσαι όμως έτσι κι αλλιώς που θα έρθει ο θάνατος, τόσος κόσμος σε αυτήν την πόλη, και εσύ είχες αγαπήσει την αγγλική λογοτεχνία και το αγγλικό σινεμά και την αγγλική μουσική και οι γεμάτοι δρόμοι να σου θυμίζουν στίχους του T.S. Eliot I had not thought death had undone so many, να μη λυγίσεις, δεν έχεις χρόνο, οδεύεις προς το θάνατο όπως όλοι, όπως κι αυτοί που σε πληγώσανε, να λυπάσαι, να μη λυγίζεις, δρόμοι πλημμυρισμένοι να ξεχνούν το θάνατο, we are all always steadily heading towards death, το λεγε εκείνη η τύπισσα στην τέιτ, με τις ιστορίες των ζωντανών νεκρών στη Βραζιλία, τη Βοσνία, την Ινδία και αλλού, και να είσαι στα ίχνη της αποικιοκρατίας, η επίσκεψη στους ανθρωπολόγους του LSE, που επιμένουν σε αυτή την πόλη σε αυτή τη χώρα, να φτιάχνουν κοσμολογίες για τους άλλους, τους εξωτικούς και τις θρησκείες τους, να επιστρέφεις στο Bethnal Green, να συνομιλείς με φίλους διαδικτυακά και να νιώθεις απλά καλά που είναι ακόμα εκεί κι ας τους ξεχνάς για λίγο, κι ας σε ξεχνούν κι αυτοί. Να περπατάς από κει στο Hackney, σ’ ένα σπίτι βικτωριανό να σε μαγεύει, σα να σου μιλάει η Virginia Woolf, φαντασμένο, η ψυχή σου είναι γεμάτη ανθρώπους που δε γνώρισες ποτέ, ο φίλος να σου μιλάει για το contact dance κι εσύ να του λες ότι τ αγγίγματα σε φοβίζουν, τόσος φόβος μέσα σ’ ένα σώμα, το σώμα σου είναι φτιαγμένο από φόβο, η κουλτούρα σου είναι μια κουλτούρα του φόβου και η τέκνο σε σώζει με τις μηχανικές της κινήσεις, το βιομηχανικό της ήχο, τον περιχαρακωμένο χώρο, κλέβεις κάτι από τον τρόπο της αρρενωπότητας, τον έλεγχο, τον ατομικισμό της, αλλά είναι καλό που δεν είναι κρυμμένος ο φόβος σου λέει, είναι καλό που το ξέρεις, και για λίγο, στην επιστροφή, μόνη, στο Whitechapel, να αρχίσει μια αγωνία και ξέρεις ότι όταν ο εσωτερικός εχθρός σου επιτίθεται πρέπει να φύγεις να μη σε προλαβαίνει, but you are not gonna crack, no you are never gonna crack, τόση brit pop να σου θυμίζει τον παλιό φίλο που τώρα παλέυει με την αρρώστια, κι εσένα πάντα σου θύμιζε τη νεότητα η μουσική αυτή, τι ειρωνία, τι πικρή ειρωνία, φωτογραφίες από τα γκράφιτυ στην brick lane, beautiful spoilt walls, από τις αγορές που σε διασχίζουν βουδιστές, ισλαμιστές, ινδουιστές, εβραίοι, χριστιανοί, λευκοί, μαύροι, κινέζοι, ινδοί, μπαγκλαντεζιανοί, πακιστανοί, οι μεικτοί πληθυσμοί να σου δίνουν ανάσα, να παίρνεις ανάσες, βαθιές ανάσες, το λονδίνο που όλοι περνούν, παίρνουν ό, τι θέλουν από αυτό και το αφήνουν, το λονδίνο του πένθους, το λονδίνο που είναι γκρι σαν τη θεσσαλονίκη σου, γι’ αυτό σου αρέσει το λονδίνο, ρημάδι ασυνείδητο, σε κρατά παγιδευμένη στα δίχτυα του, beautiful working class girl σ’ ένα καφέ στο Kingslad Road με μια υπέροχη βαριά, κιτς, μπαρόκ διακόσμηση, τόσο loud σαν το χαρακτήρα της και τη δέσμευσή της στη στιγμή που δε φοβάται να λέει ‘για πάντα’. 

Να περπατάς, να περπατάς..

Θυμάσαι, εκείνη την ταινία, Wit, η φιλολογία, ο καρκίνος, η ποίηση του John Donne Θάνατε, θα πεθάνεις.
Όχι με θαυμαστικό, άσε τους εντυπωσιασμούς. Ένα κόμμα να χωρίζει το θάνατο από ό, τι τον νικά. Χαμήλωσε τους τόνους. Λίγο ακόμα και θα το ’χανες. Είναι λεπτό το όριο που κάνει την ηδονή οδύνη. Να το βρεις το όριο, να έχεις επίγνωση. Για το καλό το δικό σου, για το καλό των δικών σου.


but you are not gonna crack, no you are never gonna crack..