Σάββατο, 31 Δεκεμβρίου 2011

ευχές


Καινούριε χρόνε,
το λέει η Μαργαρίτα:
δος μου τη θεία μανία του Διονύσου ή την έσχατη κατάντια του πιο θλιμμένου θνητού.
Αντέχω. 

Τρίτη, 27 Δεκεμβρίου 2011

Η ελπίδα


‘Αν αγγίξεις ένα παιδί, μπορεί το χάδι αυτό να το κάνει να νιώσει επιθυμητό. Ένα αυτιστικό παιδί μπορεί το χάδι να το απειλήσει και γι’ αυτό να αποτραβηχτεί. Ένα ψυχωτικό παιδί μπορεί να το περάσει για προέκταση του δικού του χεριού’.

Γι’ αυτό σου λέω, μην μπερδεύεις τα παιδιά και τα χάδια.
Γιατί είναι κάποια παιδιά που δε λένε αντίο.
Είναι κάποια παιδιά που δεν μπορούν να ξεχάσουν ότι τα Χριστούγεννα έχουν υπάρξει κάτι ωραίο. Και θα έπρεπε να ΄χουν γίνει κάτι άλλο. Όχι οριστικά και ριζικά χαμένο. Αυτό, με τίποτα. Αν είναι έτσι, ας μην τα αγγίξει κανείς εξαρχής. Αν είναι να γίνει έτσι, θα αποσυρθούν εξαρχής, μην τυχόν και φύγουν τα χριστούγεννα που φέτος δεν ήρθανε ποτέ. 

Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2011

Giorgio Agamben- Απομεινάρια του Άουσβιτς, 1.8


Η απόλυτη φιγούρα της  ‘γκρίζας ζώνης’ είναι η Sondercommando.  Τα SS χρησιμοποιούσαν τον ευφημισμό ‘ειδική ομάδα’ για να ανφερθούν σε αυτή την ομάδα των εκτοπισμένων που ήταν υπεύθυνοι για τη διαχείριση των θαλάμων αερίων και των κρεματορίων. Δουλειά τους ήταν να οδηγήσουν στο θάνατο από τους θαλάμους αερίων τους γυμνούς κρατούμενους και να διατηρούν τη σειρά μεταξύ τους. Μετά έπρεπε να σύρουν έξω τα πτώματα, που είχαν γίνει ροζ και πράσινα από κυανικό οξύ και να τα πλύνουν με νερό. Να εξασφαλίσουν ότι δεν υπήρχαν πολύτιμα αντικείμενα κρυμμένα στα ανοίγματα των σωμάτων. Να βγάλουν τα χρυσά δόντια από τα στόματα των πτωμάτων, να κόψουν τα μαλλιά των γυναικών και να τα πλύνουν με χλωριούχο αμμωνία, να φέρουν τα πτώματα στα κρεματόρια και να επιβλέπουν την αποτέφρωσή τους. Τέλος, να αδειάσουν τους φούρνους από τη στάχτη που απέμενε. Ο Levi γράφει:
Σχετικά με αυτές τις ομάδες κυκλοφορούσαν ακαθόριστες και διάσπαρτες φήμες ήδη μεταξύ μας κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μας και επιβεβαιώθηκαν αργότερα.. Αλλά ο περίπλοκος τρόμος σχετικά με αυτή την ανθρώπινη κατάσταση έχει επιβάλει ένα είδος υπολείμματος σε όλη τη μαρτυρία, ώστε ακόμα και σήμερα να είναι δύσκολο να φανταστούμε μια εικόνα σχετικά με το τι σήμαινε να είσαι αναγκασμένος να κάνεις αυτή τη δουλειά για μήνες.. Ένας από αυτούς δήλωσε: ‘Αν κάνεις αυτή τη δουλειά ή θα τρελαθείς την πρώτη μέρα ή θα συνηθίσεις’. Και κάποιος άλλος επίσης: ‘Θα μπορούσα να αυτοκτονήσω ή να σκοτωθώ. Αλλά ήθελα να επιβιώσω, να εκδικηθώ και να δώσω μαρτυρία. Δεν θα ’πρεπε να σκέφτεστε ότι είμαστε τέρατα. Είμαστε όπως εσείς, μόνο πολύ πιο δυστυχείς’.. Δεν μπορεί κανείς να περιμένει από ανθρώπους που δοκίμασαν τέτοια φτώχεια, μια μαρτυρία με τη δικαϊκή έννοια, αλλά κάτι που είναι ταυτόχρονα θρήνος, κατάρα, εξιλέωση, μια προσπάθεια να δικαιολογήσει κανείς και να αποκαταστήσει τον εαυτό του.. Η σύλληψη και η οργάνωση των ομάδων αυτών υπήρξε το πιο δαιμονικό έγκλημα του Εθνικού Σοσιαλισμού. (Levi, 1989: 52-3).
Και τότε ο Levi θυμάται ότι ένας μάρτυρας, ο Miklos Nyszli, ένας από τους λίγους που επιβίωσαν από την τελευταία ‘ειδική ομάδα’ του Auschwitz, αφηγούνταν ότι κατά τη διάρκεια ενός διαλείμματος στη δουλειά πήρε μέρος σε έναν αγώνα soccer ανάμεσα στους SS και τις ‘ειδικές ομάδες’.  ‘Διάφοροι από τους SS και την ομάδα ήταν παρόντες στον αγώνα. Παίρναν θέση, στοιχημάτιζαν, χειροκροτούσαν, διήγειραν τους παίκτες, σαν να λάμβανε χώρα το παιχνίδι στο γήπεδο του χωριού και όχι στις πύλες της κολάσεως’ (Levi 1989: 55).
Αυτό το παιχνίδι θα μπορούσε να το περιγράψει κανείς σαν ένα σύντομο διάλλειμα ανθρωπινότητας στη μέση ενός ατελείωτου τρόμου. Εγώ, όπως και οι μάρτυρες, βλέπουμε το παιχνίδι, αυτή τη στιγμή κανονικότητας, σαν την αληθινή φρίκη του στρατοπέδου. Γιατί, μπορούμε, ίσως, να φανταστούμε ότι οι σφαγές έχουν τελειώσει- ακόμα κι αν επαναλαμβάνονται εδώ κι εκεί, όχι τόσο μακριά από μας. Αλλά αυτό το παιχνίδι δεν τελειώνει ποτέ. Συνεχίζει αδιάκοπα. Είναι το τέλειο και αιώνιο σύμβολο της ‘γκρίζας ζώνης’, που συμβαίνει παντού και πάντοτε. Από εδώ προκύπτει η αγωνία και η ντροπή των επιζώντων, ‘Η αγωνία που υπάρχει στον καθένα από ένα ερημωμένο και άδειο σύμπαν συντετριμμένο κάτω από το πνεύμα του θεού, αλλά από το οποίο το οποίο το πνεύμα του θεού απουσιάζει: δεν έχει γεννηθεί ακόμα ή είναι ήδη εξαφανισμένο’ (Levi 1989: 85). Αλλά, η δική μας ντροπή, η ντροπή αυτών που δεν ξέρουν τα στρατόπεδα και παρόλα αυτά, χωρίς να ξέρουν πώς, είναι θεατές αυτού του αγώνα, που επαναλαμβάνει τον εαυτό του σε κάθε αγώνα στα στάδιά μας, στις τηλεοράσεις μας, στην κανονικότητα της καθημερινής ζωής. Αν δεν επιτύχουμε στο να κατανοήσουμε τον αγώνα, αν δεν τον σταματήσουμε, δεν θα υπάρξει ελπίδα. 

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2011

Giorgio Agamben, Απομεινάρια του Άουσβιτς, 1.7


Το λατινικό ρήμα spondeo, που είναι η ρίζα του όρου ‘υπευθυνότητα’, σημαίνει ‘να γίνεσαι ο εγγυητής κάποιου για κάποιον (ή για τον εαυτό) σε σχέση με κάποιον’. Έτσι, στην υπόσχεση του γάμου, ο πατέρας θα εκφέρει τον τύπο spondeο για να εκφράσει τη δέσμευσή του να δώσει την κόρη του ως σύζυγο σε έναν μνηστήρα (μετά από το οποίο αποκαλούνταν sponsa) ή να εγγυηθεί κάποιας μορφής αποκατάσταση αν αυτό δεν συνέβαινε. Στον αρχαίο ρωμαϊκό νόμο, για την ακρίβεια, το έθιμο ήταν να παραδίδει ένας ελεύθερος άνδρας τον εαυτό του ως όμηρο – που σημαίνει μια κατάσταση εγκλεισμού, από την οποία προέρχεται ο όρος obligatio, ώστε να εγγυηθεί για την αποζημίωση ενός λάθους ή για την εκπλήρωση μιας υποχρέωσης. (Ο όρος sponsor έδειχνε ένα άτομο που υποκαθιστούσε τον εαυτό του για το reus, υποσχόμενος, στην περίπτωση της παράβασης ενός συμβολαίου, να αποκαταστήσει την απαιτούμενη υπηρεσία).   
Η χειρονομία να δείχνεις υπευθυνότητα είναι κατ’ ουσίαν δικαϊκή και όχι ηθική. Δεν εκφράζει κάτι υψηλό ή λαμπρό, αλλά μάλλον μια απλή υποχρέωση, την πράξη κατά την οποία κάποιος παραδίδει τον εαυτό του ως φυλακισμένο για να εγγυηθεί ένα χρέος σε ένα περιβάλλον στο οποίο ο νόμιμος δεσμός θεωρούνταν ότι ανήκει στο σώμα του υπεύθυνου ατόμου. Κατά συνέπεια, η υπευθυνότητα είναι στενά συνδεδεμένη με την έννοια του  σφάλματος, το οποίο, με μια ευρύτερη έννοια, σηματοδοτεί τη μη καταλογισιμότητα αναφορικά με τη ζημία. (Γι’ αυτό και οι ρωμαίοι αρνούνταν ότι θα μπορούσε να υπάρχει ενοχή σε σχέση με κάποιον: η ζημία που κάποιος προκαλεί στον εαυτό του με δική του υπαιτιότητα δεν είναι δικαϊκά σχετική).
Η υπευθυνότητα και η ενοχή, ωστόσο, εκφράζουν απλά δύο πτυχές της νόμιμης καταλογισιμότητας. Μόνο αργότερα εσωτερικεύτηκαν και απέκτησαν ζωή εκτός νόμου. Γι’ αυτό, η ανεπάρκεια και αδιαφάνεια κάθε ηθικού δόγματος που ισχυρίζεται ότι εγκαθιδρύεται σε αυτές τις δύο έννοιες (αυτό ισχύει και για τον Jonas, που ισχυρίστηκε ότι διατύπωσε μια αληθή ‘αρχή της υπευθυνότητας’ και για τον Levinas, ο οποίος με ένα πολύ πιο πολύπλοκο τρόπο, μετασχημάτισε τη χειρονομία του sponsor σε κατεξοχήν ηθική χειρονομία.) Αυτή η ανεπάρκεια και η αδιαφάνεια αναδύεται με σαφήνεια κάθε φορά που διασχίζονται τα σύνορα που χωρίζουν την ηθική από το νόμο. Ας σκεφτούμε δύο παραδείγματα, που είναι μακριά το ένα από το άλλο ως προς την βαρύτητα των γεγονότων που αφορούν, αλλά που συμπίπτουν σε σχέση με τη διαφορά που υποδηλώνουν.
Κατά τη διάρκεια της δικής του Eichmann στην Ιερουσαλήμ, η διαρκής γραμμή υπεράσπισης του εκφραζόταν με σαφήνεια από το δικηγόρο του, Robert Serviatus, με αυτά τα λόγια: ‘O Eichmann νιώθει ένοχος μπροστά στο θεό, όχι μπροστά στο νόμο’. Ο Eichmann (του οποίου η εμπλοκή στην εξόντωση των εβραίων ήταν καλά στοιχειοθετημένη, ακόμα κι αν ο ρόλος του ήταν πιθανά διαφορετικός από αυτόν που ισχυριζόταν η αγωγή) πήγε στην πραγματικότητα τόσο μακριά, ώστε να δηλώσει ότι ήθελε ‘να κρεμάσει τον εαυτό του δημοσίως’ προκειμένου να ‘απελευθερώσει τους νεαρούς γερμανούς από το βάρος της ενοχής’. Παρόλα αυτά, μέχρι το τέλος, συνέχισε να λέει ότι η ενοχή του ενώπιον του θεού δεν ήταν δυνατό να διωχθεί δικαστικά. Η μόνη πιθανή εξήγηση για αυτή την επιμονή ήταν ότι, δεδομένου ότι η υπόθεση της ηθικής ενοχής φαινόταν ηθικά υψηλή στην υπεράσπιση, ήταν απρόθυμος να αναλάβει οποιαδήποτε νομική ενοχή (αν και από μια ηθική οπτική γωνία, η νομική ενοχή θα έπρεπε να θεωρείται λιγότερο σοβαρή από την ηθική ενοχή).
Πρόσφατα, μια ομάδα ατόμων που ανήκαν κάποτε σε μια πολιτική οργάνωση της άκρας αριστεράς, δημοσίευσε μια ανακοίνωση σε μια εφημερίδα, δηλώνοντας πολιτική και ηθική υπευθυνότητα για τη δολοφονία ενός αστυνομικού που διαπράχθηκε πριν από είκοσι χρόνια. ‘Παρόλα αυτά, αυτή η υπευθυνότητα’, δήλωναν στην ανακοίνωση, ‘δεν μπορεί να μετασχηματιστεί σε μια υπευθυνότητα νομικού χαρακτήρα.’ Πρέπει να ανασκευαστεί η υπόθεση ότι η ηθική υπευθυνότητα έχει αξία μόνο από τη στιγμή που κάποιος είναι έτοιμος να αναλάβει και τις σχετικές νομικές συνέπειες. Οι συγγραφείς της ανακοίνωσης φαίνεται να το υποψιάζονται με κάποιον τρόπο, όταν, σε ένα συγκεκριμένο απόσπασμα, υποθέτουν μια υπευθυνότητα που ακούγεται καταφανώς δικαϊκή, δηλώνοντας ότι ‘δημιούργησαν ένα κλίμα που οδήγησε στη δολοφονία.’ (Αλλά η προσβολή που τίθεται υπό αμφισβήτηση, η πρόκληση να διαπράξεις μια δολοφονία, εξαλείφεται.) Σε κάθε εποχή, η χειρονομία της ανάληψης νομικών συνεπειών, όταν κάποιος είναι αθώος, θεωρούνταν πράξεις υψηλού ήθους. Η υπόθεση της πολιτικής ή ηθικής υπευθυνότητας χωρίς την ανάληψη των ανάλογων νομικών συνεπειών, από την άλλη, χαρακτήριζε πάντα την αλαζονία του ισχυρού (σκεφτείτε τη συμπεριφορά του Μουσολίνι, για παράδειγμα, σε σχέση με την υπόθεση του Giacomo Matteotti, το μέλος της ιταλικής βουλής που δολοφονήθηκε από άγνωστους το 1924). Αλλά, σήμερα, στην Ιταλία αυτά τα μοντέλα έχουν αντιστραφεί και η μετανοημένη υπόθεση της ηθικής υπευθυνότητας επικαλείται σε κάθε συγκυρία ως εξαίρεση από τις υπευθυνότητες που απαιτούνται από το νόμο.
Εδώ, η σύγχυση μεταξύ ηθικών και νομικών κατηγοριών (με ενσωματωμένη τη λογική της μετάνοιας) είναι απόλυτη. Αυτή η σύγχυση βρίσκεται στις ρίζες όλων των αυτοκτονιών που διαπράχθηκαν προκειμένου να αποφευχθούν οι δίκες (όχι μόνο αυτές των ναζί εγκληματιών) στις οποίες η υπονοούμενη υπόθεση της ηθικής ενοχής επιχειρεί να ισοφαρίσει τη νομική ενοχή. Αξίζει να θυμηθεί κανείς ότι η πρωταρχική ευθύνη για αυτή τη σύγχυση δε βρίσκεται στο καθολικό δόγμα, το οποίο περιλαμβάνει ένα θείο μυστήριο που η λειτουργία του είναι να απελευθερώσει αυτόν που διέπραξε τη ενοχή, παρά στην κοσμική ηθική. Αφού προώθησε τις νομικές κατηγορίες στο υψηλό επίπεδο των ηθικών κατηγοριών και έτσι αμετάτρεπτα δημιούργησε σύγχυση στα πεδία της νομικής ηθικής, η κοσμική ηθική θέλει ακόμα να εξαλείψει αυτή τη διάκριση. Αλλά, η ηθική είναι η σφαίρα που δεν αναγνωρίζει ούτε ενοχή ούτε ευθύνη. Είναι, όπως ήξερε ο Σπινόζα, το δόγμα της ευτυχούς ζωής. Να υποθέτεις ενοχή και υπευθυνότητα- που μπορεί κάποιες στιγμές να είναι απαραίτητο- σημαίνει να αφήνεις την περιοχή της ηθικής και να εισέρχεσαι σε εκείνη του νόμου. Όποιος έχει κάνει αυτό το δύσκολο βήμα δεν μπορεί να σκεφτεί να επιστρέψει από εκείνη την πόρτα που έχει μόλις κλείσει. 

Σάββατο, 10 Δεκεμβρίου 2011

Giorgio Agamben, Απομεινάρια του Άουσβιτς, 1.5 – 1.6


1.5
Αν αυτό είναι αλήθεια – και ο επιζών ξέρει ότι είναι αλήθεια- τότε είναι πιθανό ότι οι δίκες (οι δώδεκα δίκες στη Νυρεμβέργη, και οι άλλες που έλαβαν χώρα μέσα και έξω από τα γερμανικά σύνορα, συμπεριλαμβανομένων αυτών στην Ιερουσαλήμ το 1961 που έληξαν με τον απαγχονισμό του Eichmann) είναι υπεύθυνες για την εννοιολογική σύγχυση που, για δεκαετίες, έκαναν αδύνατο να σκεφτεί κανείς μέσω του Άουσβιτς. Ανεξάρτητα από την αναγκαιότητα που είχαν οι δίκες και ανεξάρτητα από την προφανή τους αναποτελεσματικότητα (περιέλαβαν μόνο κάποιες εκατοντάδες ανθρώπους), βοήθησαν να κάνουν γνωστή την ιδέα ότι το πρόβλημα του Άουσβιτς είχε υπερβαθεί. Οι κρίσεις είχαν περάσει, οι αποδείξεις της ενοχής είχαν αναμφίβολα επαληθευτεί. Με την εξαίρεση κάποιων περιστασιακών στιγμών διαύγειας, χρειάστηκε σχεδόν μισός αιώνας για να γίνει κατανοητό ότι ο νόμος δεν εξαντλούσε το πρόβλημα. Απεναντίας, το ίδιο το πρόβλημα ήταν τόσο μεγάλο που αμφισβητούσε τον ίδιο το νόμο, σύροντάς τον στα ίδια του τα ερείπια.
Η σύγχυση μεταξύ νόμου και ηθικής και μεταξύ θεολογίας και νόμου είχε επιφανή θύματα. O Hans Joas, ο φιλόσοφος και μαθητής του Heidegger, που ειδικεύτηκε σε ζητήματα ηθικής, είναι ένας από αυτούς. Το 1984, όταν παρέλαβε το βραβείο Lucas στο Tubingen, μίλησε για το ζήτημα του Άουσβιτς προετοιμάζοντας μια νέα θεοδικία, ρωτώντας πώς ήταν δυνατό για το θεό να ανεχτεί το Άουσβιτς. Η θεοδικία είναι μια δίκη που επιχειρεί να εγκαταστήσει την ευθύνη, όχι των ανθρώπων, αλλά του θεού. Όπως όλες οι θεοδικίες, έτσι κι αυτή του Jonas καταλήγει σε μια αθώωση. Η αιτιολόγηση για αυτή την ποινή είναι κάτι σαν: ‘Ο απεριόριστος θεός απογύμνωσε απολύτως τον εαυτό του από την παντοδυναμία του. Δημιουργώντας τον κόσμο, ο θεός του έδωσε τη μοίρα του και έγινε αδύναμος. Έτσι, έχοντας αδειάσει τελείως τον εαυτό του στον κόσμο, δεν έχει πια τίποτα άλλο να μας προσφέρει. Είναι τώρα η σειρά του ανθρώπου να δώσει. Ο άνθρωπος μπορεί να το κάνει αυτό με το να φροντίσει, ώστε να μη συμβεί ποτέ, ή να συμβαίνει σπάνια, να μετανιώνει ο θεός την απόφασή του να αφήσει τον κόσμο να υπάρχει’.
Το συμβιβαστικό κακό κάθε θεοδικίας είναι απολύτως σαφές εδώ. Όχι μόνο δεν μας λέει τίποτα η θεοδικία για το Άουσβιτς, ή για τα θύματα και τους εκτελεστές. Δεν καταφέρνει καν να αποφύγει το ευτυχές τέλος. Πίσω από την ανημπόρια του θεού αρχίζει να φαίνεται η ανημπόρια των ανθρώπων, που συνεχίζουν να ικετεύουν ‘Ας μη γίνει αυτό ποτέ ξανά!’ όταν είναι σαφές ότι ‘αυτό’ είναι, ήδη, από τώρα, παντού.

1.6
Η έννοια της υπευθυνότητας είναι επίσης αθεράπευτα επηρεασμένη από το νόμο. Όποιος προσπάθησε να τη χρησιμοποιήσει έξω από τη δικαϊκή σφαίρα το ξέρει. Παρόλα αυτά, η ηθική, η πολιτική, και η θρησκεία μπόρεσαν να ορίσουν τους εαυτούς τους μόνο αδράχνοντας έδαφος από τη δικαϊκή υπευθυνότητα- όχι προκειμένου να υποθέσουν ένα άλλο είδος υπευθυνότητας, αλλά για να αρθρώσουν ζώνες μη-υπευθυνότητας. Αυτό δε σημαίνει, φυσικά, ατιμωρησία. Απεναντίας, σηματοδοτεί- τουλάχιστον για την ηθική- την αντιπαράθεση με μια υπευθυνότητα που είναι απείρως μεγαλύτερη από ό, τι θα μπορούσαμε ποτέ να υποθέσουμε. Μπορούμε, τουλάχιστον, να είμαστε πιστοί σε αυτό, να υποθέσουμε την απλότητά της.
Η πρωτοφανής ανακάλυψη που έγινε στο Άουσβιτς από τον Levi αφορά μια περιοχή που είναι ανεξάρτητη από κάθε εγκαθίδρυση υπευθυνότητας, μια περιοχή στην οποία ο Levi κατάφερε να απομονώσει κάτι σαν ένα νέο ηθικό στοιχείο. Ο Levi το αποκαλεί ‘γκρίζα ζώνη’. Είναι η ζώνη στην οποία ‘η μακρά αλυσίδα της σύνδεσης μεταξύ θύματος και εκτελεστή’ χαλαρώνει, όπου ο καταπιεσμένος γίνεται καταπιεστής και ο εκτελεστής με τη σειρά του εμφανίζεται σαν θύμα. Μια γκρίζα, αδιάκοπη αλχημεία, στην οποία το καλό και το κακό και, μαζί με αυτά, όλα τα μέταλλα της παραδοσιακής ηθικής αγγίζουν το σημείο της σύντηξής τους.
Αυτό που έχει σημασία εδώ, παρόλα αυτά, είναι η ζώνη της ανευθυνότητας και η impotentia judicanti (αδυναμία κρίσης) (Levi 1989: 60) που τοποθετείται όχι πέρα από το καλό και το κακό, αλλά, για να το πούμε έτσι, πριν από αυτά. Με μια χειρονομία που είναι συμμετρικά αντίθετη από αυτή του Nietzsche, o Levi τοποθετεί την ηθική πριν από το πεδίο στο οποίο είμαστε συνηθισμένοι να την σκεφτόμαστε. Και, χωρίς να είμαστε ικανοί να πούμε γιατί, αισθανόμαστε ότι αυτό το πριν είναι πιο σημαντικό από οποιοδήποτε πέραν – ότι ο υπάνθρωπος πρέπει να μας αφορά πιο πολύ από τον υπεράνθρωπο. Αυτή η άσημη ζώνη της ανευθυνότητας είναι ο Πρώτος Κύκλος μας, από την οποία καμία ομολογία υπευθυνότητας δε θα μας μετακινήσει και στην οποία ό, τι εκστομίζεται, λεπτό το λεπτό, είναι ‘η τρομακτική, ανείπωτη, αδιανόητη κοινοτοπία του κακού’ (Arendt 1992: 252). 

Giorgio Agamben, Απομεινάρια του Άουσβιτς, 1.3 – 1.4


1.3
Στα λατινικά υπάρχουν δυο λέξεις για τον ‘μάρτυρα’. Η πρώτη λέξη, testis, από την οποία προέρχεται η λέξη ‘testimony’ (μαρτυρία), ετυμολογικά σηματοδοτεί το άτομο που, σε μία δίκη ανάμεσα σε δύο ανταγωνιζόμενα μέρη, είναι στη θέση του τρίτου (*terstis). Η δεύτερη λέξη, superstes, χαρακτηρίζει ένα άτομο που έχει επιβιώσει από κάτι, που έχει ζήσει ένα συμβάν από την αρχή μέχρι το τέλος και μπορεί, κατά συνέπεια, να δώσει τη μαρτυρία του γι΄ αυτό. Είναι προφανές ότι ο Levi δε βρίσκεται στη θέση ενός τρίτου. Είναι επιζών [superstite], με όλη τη σημασία της λέξης. Αλλά αυτό σημαίνει, επίσης, ότι η μαρτυρία του δεν έχει τίποτα να κάνει με την κατάθεση των γεγονότων για μια δίκη (δεν είναι αρκετά ουδέτερος γι’ αυτό, δεν είναι ένας testis). Σε τελική ανάλυση, δεν είναι η κρίση που τον ενδιαφέρει, πόσο μάλλον η συγχώρεση. ‘Δεν εμφανίζομαι ποτέ σαν κριτής. Δεν έχω την αρμοδιότητα να αποδώσω συγχώρεση.. δεν έχω εξουσία’(ό.π: 77, 236). Για την ακρίβεια, φαίνεται ότι το μόνο πράγμα που τον ενδιαφέρει είναι αυτό που καθιστά την κρίση αδύνατη: η γκρίζα ζώνη στην οποία τα θύματα γίνονται εκτελεστές και οι εκτελεστές θύματα. Σχετικά με αυτό, περισσότερο από ό, τι σε οτιδήποτε άλλο, βρίσκονται σε συμφωνία όλοι οι επιζώντες: ‘Καμιά ομάδα δεν ήταν περισσότερο ανθρώπινη από κάποια άλλη’(ό.π: 232). ‘Θύμα και εκτελεστής είναι ισότιμα επαίσχυντοι. Το μάθημα των στρατοπέδων είναι η αδερφότητα σε διωγμό’ (Rousset, cf. Levi 1997: 216).
            Όχι ότι μια κρίση δεν μπορεί ή δεν πρέπει να γίνει. ‘Αν είχα τον Eichmann μπροστά μου, θα τον είχα καταδικάσει σε θάνατο’(ό.π: 144). ‘Από τη στιγμή που διέπραξαν εγκλήματα, πρέπει να πληρώσουν’(ό.π: 236). Το αποφασιστικό σημείο είναι απλά ότι τα δύο αυτά πράγματα δεν πρέπει να συγχέονται, δεν πρέπει να παίρνουμε ως δεδομένο ότι ο νόμος εξαντλεί το ζήτημα. Υπάρχει ένα μη δικαϊκό στοιχείο αλήθειας, σύμφωνα με το οποίο τα γεγονότα δεν ανάγονται στο νόμο. Είναι ακριβώς αυτό που ενδιαφέρει τον επιζώντα: οτιδήποτε τοποθετεί την ανθρώπινη δράση πέραν του νόμου, αποσύροντάς την ριζικά από τη Δίκη. ‘Ο καθένας μας μπορεί να κριθεί, να καταδικαστεί και να τιμωρηθεί, χωρίς καν να γνωρίζει το γιατί’ (ό.π:75).

1.4
Ένα από τα πιο κοινότοπα λάθη – που δε γίνεται μόνο σε συζητήσεις σχετικά με το στρατόπεδο – είναι η λανθάνουσα σύγχυση ανάμεσα σε ηθικές και δικαϊκές κατηγορίες. (ή, χειρότερα, ανάμεσα σε δικαϊκές και θεολογικές κατηγορίες που δίνουν ώθηση σε μια νέα θεοδικία). Όλες σχεδόν οι κατηγορίες που χρησιμοποιούμε σε ηθικές και θρησκευτικές κρίσεις είναι κατά κάποιο τρόπο επηρεασμένες από το νόμο: ενοχή, υπευθυνότητα, αθωότητα, κρίση, συγχώρεση… Αυτό το κάνει δύσκολο να τις επικαλεστείς χωρίς την ανάλογη προσοχή. Όπως ξέρουν πολύ καλά οι νομικοί, ο νόμος δεν προσανατολίζεται στην εγκαθίδρυση της δικαιοσύνης. Αυτό φαίνεται χωρίς αμφιβολία από τη δύναμη της κρίσης που ακόμα και μια άδικη απόφαση επισύρει. Απώτερος σκοπός του νόμου είναι η παραγωγή ενός res judicata, όπου η καταδίκη λειτουργεί ως υποκατάστατο του αληθούς και δίκαιου, που διατηρείται ως αληθές ανεξάρτητα από το ψέμα και την αδικία του. Ο νόμος ησυχάζει σε αυτό το υβριδικό πλάσμα, για το οποίο είναι δύσκολο να πει κανείς αν είναι γεγονός ή κανόνας. Από τη στιγμή που ο νόμος παρήγαγε το res judicata του, δεν μπορεί να προχωρήσει παραπέρα. Το 1983, ο εκδοτικός οίκος Einaudi ζήτησε από τον Levi να μεταφράσει τη Δίκη του Κάφκα. Ατελείωτες ερμηνείες της Δίκης έχουν προσφερθεί. Κάποιες υπογραμμίζουν τον προφητικό πολιτικό χαρακτήρα της νουβέλας (η μοντέρνα γραφειοκρατία ως το απόλυτο κακό) ή τη θεολογική της διάσταση (το δικαστήριο ως ο άγνωστος Θεός) ή το βιογραφικό της νόημα (καταδίκη ως η αρρώστια από την οποία νόμιζε ο Κάφκα ότι υπέφερε). Σπάνια τονίζεται ότι το βιβλίο αυτό, στο οποίο ο νόμος εμφανίζεται μόνο στη μορφή μιας δίκης, περιλαμβάνει μια εμβριθή ενόραση σχετικά με τη φύση του νόμου, η οποία, σε αντίθεση με την κοινή πεποίθηση, δεν είναι τόσο κανόνας, όσο είναι κρίση και κατά συνέπεια δίκη. Αλλά, αν στην ουσία του νόμου, κάθε νόμου, είναι η δίκη, αν κάθε δικαίωμα (και η ηθική συμπεριφορά που έχει επηρεαστεί από αυτόν) είναι μόνο νομικό δικαίωμα, τότε η εκτέλεση και η παράβαση, η ενοχή και η αθωότητα, η υπακοή και η ανυπακοή γίνονται όλα αδιάκριτα και χάνουν τη σημασία τους. ‘Το δικαστήριο δε θέλει τίποτα από σένα. Σε καλωσορίζει όταν έρχεσαι, σε απαλλάσσει όταν φεύγεις’. Ο απώτερος σκοπός κάθε νομικής ρύθμισης είναι να παράγει κρίση. Αλλά η κρίση δε σκοπεύει ούτε στο να τιμωρήσει, ούτε στο να εκθειάσει, ούτε στο να εγκαταστήσει δικαιοσύνη, ούτε στο να αποδείξει την αλήθεια. Η κρίση είναι από μόνη της ο σκοπός και αυτό, έχει ειπωθεί, εγκαθιστά το μυστήριό της, το μυστήριο της δίκης.
Μια από τις συνέπειες που προκύπτει από αυτή την αυτοαναφορική φύση της κρίσης, και ο Sebastiano Satta, ένας μεγάλος ιταλός νομικός το έδειξε- είναι ότι η τιμωρία δεν ακολουθεί την απόφαση, αλλά η απόφαση είναι από μόνη της τιμωρία. ‘Θα μπορούσε να πει κανείς ότι όλη η τιμωρία βρίσκεται στην απόφαση, ότι η χαρακτηριστική δράση της τιμωρίας – φυλάκιση, εκτέλεση- έχει σημασία από τη στιγμή που είναι, για να το πούμε έτσι, η εκτέλεση της απόφασης’ (Satta 1994: 26). Αυτό σημαίνει επίσης ότι ‘η ποινή της αθώωσης είναι η ομολογία ενός δικαστικού λάθους’, ότι ‘όλοι κατά βάθος είναι αθώοι’, αλλά ότι το μόνο αληθινά αθώο άτομο ‘δεν είναι αυτό που αθωώθηκε, αλλά αυτό που πέρασε τη ζωή του χωρίς να υποστεί τη διαδικασία της κρίσης’(ό.π: 27). 

Πέμπτη, 8 Δεκεμβρίου 2011

Giorgio Agamben, Απομεινάρια του Άουσβιτς


Giorgio Agamben, Απομεινάρια του Άουσβιτς
Κεφάλαιο ένα
Ο μάρτυρας

1.1
Στο στρατόπεδο συγκέντρωσης, ένας από τους λόγους που μπορούν να οδηγήσουν έναν φυλακισμένο στην επιβίωση, είναι η ιδέα να γίνει μάρτυρας. ‘Αποφάσισα πως ό, τι και να μου συνέβαινε, δε θα αφαιρούσα την ίδια μου τη ζωή.. από τη στιγμή που δεν ήθελα να αποσιωπήσω τον μάρτυρα που θα γινόμουν’ (Langbein, 1988: 186).
Φυσικά, δε δίνουν όλοι οι επιζώντες αυτόν τον λόγο ως αιτία της επιβίωσης τους. Για την ακρίβεια δεν το κάνουν παρά μόνο λίγοι. Μια αιτία για επιβίωση θα μπορούσε να είναι ένα ζήτημα ευκαιρίας για ζωή. ‘Θα ήθελε να επιβιώσει γι αυτόν ή για κείνον τον λόγο, για τον έναν ή τον άλλο σκοπό. Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελε να ζήσει με οποιοδήποτε κόστος’ (Lewental 1972: 148). Ή θα μπορούσε να είναι απλά ένα ζήτημα εκδίκησης: ‘Κανονικά, θα έπρεπε να πέσω στα (ηλεκτροφόρα) συρματοπλέγματα, γιατί μπορείς πάντα να το κάνεις αυτό. Αλλά θέλω να ζήσω. Και αν γίνει το θαύμα που όλοι περιμένουμε; Μπορεί να απελευθερωθούμε, σήμερα ή αύριο. Τότε, θα πάρω την εκδίκησή μου, τότε θα πω σε όλο τον κόσμο τι συνέβη εδώ- μέσα εδώ’ (Sofsky 1997: 340). Να εξηγήσει κανείς την επιβίωση κάποιου δεν είναι εύκολο- πόσο μάλλον στο στρατόπεδο. Έπειτα, είναι κάποιοι επιζώντες που προτιμούν να παραμείνουν σιωπηλοί. ‘Κάποιοι φίλοι μου, πολύ αγαπημένοι μου φίλοι, δεν μιλούν ποτέ για τον Άουσβιτς’ (Levi 1997: 224). Κι όμως, για κάποιους άλλους, ο μόνος λόγος επιβίωσης είναι για να επιβεβαιώσουν ότι η μαρτυρία τους δε θα χαθεί. ‘Από την άλλη, κάποιοι, μιλούν γι’ αυτό ακατάπαυστα, και είμαι ένας από αυτούς’(ό.π.).

1.2
Ο Primo Levi είναι το τέλειο παράδειγμα μάρτυρα. Όταν επιστρέφει σπίτι, αφηγείται  ακούραστα την εμπειρία του σε όλους. Συμπεριφέρεται όπως ο Αρχαίος Ναυτικός του Coleridge:
‘Θυμάστε τη σκηνή: ο αρχαίος ναυτικός απευθύνεται στους καλεσμένους του γάμου, που σκέφτονται το γάμο και δεν του δίνουν σημασία, και τους αναγκάζει να ακούσουν την ιστορία του. Ε λοιπόν, όταν επέστρεψα από το στρατόπεδο συγκέντρωσης έκανα ακριβώς αυτό. ένιωσα μια ασυγκράτητη ανάγκη να πω την ιστορία μου στους πάντες!... κάθε κατάσταση ήταν μια περίσταση να πω την ιστορία μου σε όλους: να την πω στο διευθυντή του εργοστασίου όπως και στον εργάτη, ακόμα κι αν είχαν άλλα πράγματα να κάνουν. Είχα εκπέσει στην κατάσταση του αρχαίου ναυτικού. Τότε, άρχισα να γράφω στη γραφομηχανή μου τα βράδια.. κάθε βράδυ έγραφα, κι αυτό θεωρούνταν ακόμα πιο τρελό!’ (Levi 1997: 224- 25)
Αλλά ο Levi δε θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα. Γίνεται συγγραφέας προκειμένου να δώσει μαρτυρία. Με μία έννοια, δεν έγινε ποτέ συγγραφέας. Το 1963, αφού εξέδωσε δύο νουβέλες και πολλές σύντομες ιστορίες, απαντά ανεπιφύλακτα στην ερώτηση αν θεωρεί τον εαυτό του συγγραφέα ή χημικό. ‘Χημικό, φυσικά, δεν υπάρχει καμία αμφιβολία’ (Levi 1997: 102). Ήταν προφανές ότι ο Levi ήταν αμήχανος με το γεγονός ότι όσο περνούσε ο καιρός, και σχεδόν χωρίς να είναι στο χέρι του, κατέληξε να γίνει συγγραφέας, συνθέτοντας βιβλία που δεν είχαν να κάνουν με τη μαρτυρία του: ‘Tότε, έγραψα.. απέκτησα το βίτσιο της συγγραφής (Levi 1997: 258). Στο τελευταίο μου βιβλίο, απομάκρυνα τον εαυτό μου εντελώς από το καθεστώς μου ως μάρτυρα.. δεν το λέω για να αρνηθώ οτιδήποτε. Δε σταμάτησα να είμαι πρώην εκτοπισμένος, ένας μάρτυρας..’ (ό.π: 167)
Ο Levi είχε αυτή την αμηχανία όταν τον είδα σε συναντήσεις στον ιταλικό εκδοτικό του οίκο, τον Einaudi. Θα ένιωθε ενοχές που επιβίωσε, αλλά όχι για το γεγονός ότι ήταν μάρτυρας.
‘Είμαι συμφιλιωμένος με τον εαυτό μου, γιατί έδωσα τη δική μου μαρτυρία’ (ό.π: 219).

Μετάφραση: pippi