Σάββατο, 23 Νοεμβρίου 2013

η αφή και η όραση


Τι θέλουν κι αυτές οι καταιγίδες.
Διπλασιάζουν τα τοπία μέσα μου.
Κλεισμένη εδώ μέσα και δεν αλλάζουν οι ώρες.
Εσύ δε γύρισες να με κοιτάξεις.
Όμως εγώ σε είδα ολοζώντανη μπροστά μου
«Μάζεψε τις κάλτσες σου παιδί μου».

Αυτό το σπίτι όλο μαζεύει κι όλο απλώνεται.
Άλλες φορές ξετυλίγεται σαν αρχοντικό μπροστά στα πόδια μου.
Τώρα μπορώ να το κρατήσω στη χούφτα μου.
Τόση πλαστικότητα ..
Θα είναι επειδή νόμιζα ότι η αφή είναι πάντα και άγγιγμα.
Η αφή και το άγγιγμα.
Πώς δεν πρόσεξα
 την κυριολεξία των χαδιών.




Τετάρτη, 13 Νοεμβρίου 2013

Ελπίδα λεπίδα


Μέσα μου είμαι γεμάτη
Από τους αγαπημένους αριθμούς ενός γλυκού ποιητή.
Μια ανεπαίσθητη ακτίνα, μια αδιόρατα χρωματιστή βροχή.
Ασήμι στους δρόμους.
Υφασμάτινες φωνές πολύ μικρών παιδιών.
Σχήματα που εναλλάσσονται.

Να πεις πως δεν το ήξερα..
Η συναισθηματική μου ζωή μπορεί μερικές φορές να περιγραφεί με χαρακτηριστική ακρίβεια.
Μερικά σταθερά σχήματα, ορατά στους άλλους μπορούν να την αναπαραστήσουν.
Όμως εγώ ανάμεσα σε αυτό που είμαι
Σε αυτό που έχω υπάρξει
Δεν έχω βρει ούτε ένα όνομα.

Και για να μην ουρλιάζω εγώ
Για να μην ουρλιάζω πια
Για άλλα άρρωστα, φοβισμένα, ευάλωτα, αβοήθητα, νεκρά ζώα
Και μια φωνή που με σκοτώνει, χωρίς μεταφορές, πολύ φόβο.

Μαμαμαμαμαμαμαμαμα.. 







Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

να μιλάς για τον παύλο χωρίς να μιλάς γι αυτόν..

Αυτό το πλήθος που κινητοποιείται στην περίπτωση των συμβολικών θανάτων. Σχεδόν κάθε πέντε χρόνια. Πλήθος θα το αποκαλέσω συνειδητά, γιατί απολύει εύκολα τα πολιτικά του χαρακτηριστικά στα χάσματα της επικαιρότητας. Σαν να μην υπάρχει στο ενδιάμεσο πολιτική. Κι αυτό το κενό σχεδόν να προετοιμάζει το έδαφος. Που νομιμοποιεί τους θανάτους που δεν έχουν σημασία μέχρι τη στιγμή που θα χρειαστεί το συμβάν εκείνο του θανάτου που την έχει. Η χρυσή αυγή ήταν απολύτως νομιμοποιημένη μέχρι χθες. Σήμερα όμως το κλίμα άλλαξε γιατί κάποια στιγμή έπρεπε να αλλάξει. Αφού πηγαίνει εναντίον ό, τι την έχει κατασκευάσει. Λες και η χρυσή αυγή είναι μόνο το πρόβλημα. Όχι οι 500 000 ψηφοφόροι της. Και όχι οι δομές που την κατασκεύασαν. Ο ρατσισμός και η κυρίαρχα εθνική ομάδα, η ομοφοβία, η τρανσφοβία, ο σεξισμός, η αρρενωπότητα, ο αντισημητισμός.
Και δε λέω ότι η χρυσή αυγή δεν είναι το πρόβλημα. Αλλά κάτι συμβαίνει με τη γλώσσα, με εγκλωβίζει κι αυτή όπως και οι ομιλητές της. Εδώ θα είναι οι χρυσαυγίτες βέβαια, θα κυκλοφορούν ανάμεσά μας. Αφού είναι μπαμπάδες, θειες, γείτονες. Ρατσιστές, σεξιστές, ομοφοβικοί, τρανσφοβικοί και παρτάκηδες.
Κι εμείς πιασμένοι στα δίχτυα του αυτονόητου των άλλων. Αντί να φτιάξουμε δικά μας συστήματα σχέσεων, αντί να βαθαίνουμε τους κοινωνικούς ανταγωνισμούς και τις συγκρούσεις, κάθε πέντε χρόνια θα βλέπουμε τους κατασκευασμένους εχθρούς. Θα παίζουμε στο πεδίο που μας επέλεξε. Θα συμμετέχουμε στις κρίσεις που γίνονται για να τις διαχειριστούν και να πάρουμε κι εμείς καμιά ταυτότητα τέλος πάντων γιατί πού να πηγαίνεις στα χαμένα σ αυτή τη ζωή. Και τι άλλο να κάνουμε εδώ που τα λέμε. Πολιτικά ασφυκτιώ όπως στις πορείες από τα δακρυγόνα..
Όλα αυτά τα χρόνια με δολοφονίες πέρασαν. Ρατσιστικές και τρανσφοβικές, φυσικές και κοινωνικές δολοφονίες. Πολιτική βία χωρίς πολιτική κριτική απειλεί αυτούς που απειλούνται ήδη από τις κυρίαρχες δομές. Και προς το παρόν η πολιτική, δηλαδή η συγκρότηση των κοινωνικά ιεραρχημένων σχέσεων είναι στο περιθώριο.


Παρασκευή, 19 Ιουλίου 2013

Το βιολί και το νερό


Βιολί – νερό
Στάξε λίγες σταγόνες στα χείλη μου
Τα χείλη μου καίνε.

Τα  κομμάτια της εικόνας του στα χείλη μου
Καίνε
Γυμνή ζωή μες στην καρδιά μου.


Ο έρωτας δεν επιστρέφει ποτέ στο πρόσωπό μου.
Σφαγμένο ζωάκι.

Στάξε βιολί σαν νερό καίνε τα χείλη τα δάκρυα. 




Τετάρτη, 17 Ιουλίου 2013

Από δω μέχρι όλα τα λιμάνια


Πώς άρχισαν όλα αυτά;

Όταν ήσουν μικρή είχες ένα βιβλίο μυθολογίας και όλο επαναλάμβανε αυτή τη φράση. Σαν το κοράκι του πόε, αλλά, όχι, εκείνο έλεγε την πιο θλιβερή έκφραση που έχεις ακούσει ποτέ, ποτέ ποτέ ποτέ πια.
Τώρα το προτιμάς. Καμιά φορά το προτιμάς.
Ποτέ πια.
 Να πονάς τόσο που να νιώθεις ζωντανή.
Πώς όμως άρχισαν όλα αυτά;
Η αθήνα σφυρίζει αδιάφορα, λες, σα να μην έχει περάσει ούτε μια μέρα από τότε που είχες πρωτοέρθει, σαν να μη σε ξέρει.
Σε παρακαλώ σε παρακαλώ.
Νιώθεις τόσο φόβο σα να μην έχεις φύγει ποτέ στη ζωή σου. Αν ήταν σάρκα η ζωή σου θα είχε γεμίσει σημάδια.
Εσύ που όταν τρόμαζες, χάραζες μια γραμμή από δω μέχρι όλα τα λιμάνια και κλείναν οι δρόμοι.
Ψάχνεις μία μία τις λέξεις σαν να μην άκουσες ποτέ καμία, ούτε εκείνη: 
α-γ-ά-π-η.
Α, την αγάπη λες.
Στο βυθό των καρδιών, των θαλασσών.
Θυμάσαι, όταν δούλευες στο θέατρο, έκοβες τα εισιτήρια, μέχρι να να κάνεις τους υπολογισμούς, έμπαινες στην παράσταση για να παρακολουθήσεις λίγο από το έργο του βιζυηνού, στο ίδιο πάντα σημείο: 
«Είναι φονιάδες των καρδιών, εμπαίχται της αγάπης».
Ράγισαν όλοι οι καθρέφτες.
Δεν είχε τίποτα στο τέλος του δρόμου.
Τίποτα;
Δεν είναι αλήθεια, επέστρεψες στα εξάρχεια.
Θέλω να πω, όσα φοβήθηκες μικρή έγιναν η αγάπη.
Κάποιες στιγμές τους, κάποιες γωνιές τους, κάποιες πληγές τους.
Τα απομεινάρια τους ήταν στο τέλος, η ζωή από την εξαίρετη θέα των λυπημένων.
Από πολύ ψηλά δηλαδή.
Τόσο ψηλά χωρίς να παθαίνεις ίλιγγο.                                                 
Ήρεμα, πολύ ήρεμα.


Σάββατο, 13 Ιουλίου 2013

μικρά μικρά αγγίγματα


Τόσο καιρό αναζητώ μια ήπια πρόσβαση στα πιο αποσυρμένα σώματα, τα σχεδόν εξ ορισμού αποσυρμένα, με τις αισθήσεις τους οντολογικά κατακερματισμένες και προσπαθώ να μελετήσω πάνω στις αποτυπώσεις των αυτοτραυματισμών τους: τι είναι αυτό που δίνει συνοχή στην ταυτότητα; Τι είναι αυτό που εμπλέκει το σώμα σε σχέσεις με άλλα σώματα; Ποιο είναι το όριο, πώς εκτιμώνται ο χρόνος και ο χώρος του σώματος; Πώς βρίσκεις το μέτρο, τις ισορροπίες, τις αποστάσεις απ τον άλλον; Γνωρίζοντας πολύ καλά ότι όλες αυτές οι εγκεφαλικές αναζητήσεις είναι εν μέρει για να κατανοηθεί ο φόβος γι αυτήν την επαφή.


Τα σώματα μας ανήκουν και δε μας ανήκουν. Σίγουρα ανήκουν στις βιογραφίες μας, που όσο απλώνονται στο χρόνο τόσο μας διεκδικούν κι εμάς. Όταν κληθούμε να αναλογιστούμε το χρόνο που έχει περάσει, αυτός θα μιλάει σίγουρα για το σώμα που βιώθηκε ως τέτοιο, θα λέει ότι δονήθηκε από επιθυμίες και αισθήσεις, και από το κόστος αυτών. Πάντα, όλες οι ζωές έχουν κόστος, για κάθε πολιτισμό, για κάθε υποκείμενο στο τέλος πρέπει να υπάρχει μια ιστορία που να χρειάζεται να ειπωθεί. Μια ιστορία που να μη χωράει πουθενά αλλού, σε καμιά πιο μεγάλη ιστορία, αλλιώς θα είναι λίγη. Αλλά λίγες αφηγήσεις περιγράφουν τις ζωές των βιούμενων σωμάτων. Κι όμως για όποιες δεν μπορούσαν να επιλέξουν τους κοινωνικούς αυτοματισμούς, οι ιστορίες τους είναι γραμμένες και στα σώματά τους και στο πλεόνασμα της υποκειμενικότητάς τους. Που συνήθως είναι οδυνηρό, μια που η κοινωνική μνήμη δημιουργείται από το  τραύμα, από τη δοκιμασία των μη εγνωσμένων ορίων. Εκεί που πονάμε υπάρχει μια αλήθεια που δεν επικοινωνήθηκε ποτέ ξανά. Εκεί πρέπει να στρέψουμε εμφατικά την προσοχή και τη φαντασία, να συν- αφηγηθούμε, να συναισθανθούμε γιατί η γλώσσα του τραύματος είναι θρυμματισμένη. Ακούγεται μόνο σε συνθήκες ανθρώπινης αμοιβαιότητας. Και είναι η μόνη γλώσσα που αξίζει να έχουμε, αυτή που δεν επιστρέφει στην εξουσία, που είναι στραμμένη στη ζωή. 


Τρίτη, 11 Ιουνίου 2013

Ποια είσαι;


Ίσως μία συγκεκριμένη.
Ένα λεπτό σημείο.
Ή μία γραμμή.
Που υποφέρει. Δοκιμάζει. Εξαντλεί.
Αυτή ορίζει.

Κάτι σαν ανάσα
Εγκλωβισμένη στο στήθος της αγάπης. 



Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Οι πόλεις (λίγο χαμένες, λίγο κερδισμένες)



Ο Χριστός Πειραιάς μου



Πάει ο Πειραιάς με το ρολόι του,
Ο Πειραιάς που μας ανέθρεψε, που μας κανάκεψε,
Ο Πειραιάς με το μουστάκι το παχύ, τους λούστρους, το χασίσι.
Αχ, πάει σαν τη μοτοσυκλέτα ενός νεκρού,
Της πήρανε τα λάστιχα, το καθρεφτάκι, τα εξαρτήματα,
Έμεινε μόνο ο σκελετός της,
Κάποιος τη σπρώχνει στο νερό,
Τρίζει λίγο παραπονεμένα
Και αργά, βυθίζεται μετά, στο βούρκο.
Βρώμικο το νερό και σταχτοπράσινο
Την καταπίνει ηδονικά. Θα την ξεράσει στου Τζελέπη.
Τα βράδια είναι σκέτη θλίψη η Τρούμπα,
Που τα φτερά της τα παλιά, τα κόκκινα, τα κίτρινα,
Οι σαραντάρες που ανεβαίνουν τα σκαλιά
Με ψωμωμένους ναύτες που μάγεψαν τον Τσαρούχη,
Φαντάρους λιποτάκτες με σουγιά κρυμμένο στην αρβύλα,
Αλισβερίσι με τους ξένους αγγέλους,
Σουηδοί, Αμερικανάκια, θηριώδεις Γερμανοί,
Μάτια μικρού παιδιού αθώα
Που κάποιος φόνος, όμως πλέει μες στο βυθό τους,
Τα λεμονάδικα με σκοτεινές φωλιές
Για όσους τολμηρούς δεκαπεντάχρονους,
Σάμαλι και φτωχολογιά,
Πούλιες, ξώπλατα και ψηλό τακούνι.
Πάει πια μοιρολογείστε τον.
Μετά τις δέκα, νέκρα και ερημιά.
Μονάχα, βέβαια, το πρωί
-να λέμε την αλήθεια-
Πιάνεις τα βλέμματα των ναυτικών
Που τριγυρνούν από γραφείο σε γραφείο
Αμέσως τη συνωμοσία, τη φλόγα που σιγοκαίει βαθιά τους,
Καθυστερούνε λίγο στο περίπτερο
Τάχατες για να ψωνίσουνε τσιγάρα
Και πια, θα πάρει η ιστορία το δρόμο της,
Μα, τι τα θες, αυτές είναι οι εξαιρέσεις.
Είναι γεμάτη η Τρούμπα από μαύρους,
Καλόβουλους, πάντοτε μαζί, δυο – δυο, τρεις - τρεις,
Με μάγουλα χαρακωμένα απ’ τα έθιμά τους,
Λιάζονται στο παρκάκι ώρες, γελώντας με το παραμικρό,
Φορώντας παρδαλά πουκάμισα και τζην,
αρχάγγελοι από την Γκάνα, το Σουδάν, τη Ζέντα.
Η αστυνομία και οι δήμαρχοι αποστείρωσαν τα πάντα.
Στα δάχτυλα μετριούνται οι τολμηροί
που θα θυμίσουν παλιές δόξες,
που θα στηθούν μετά τις δώδεκα στο καθήκον.
Συνήθως, πεντέξι επαναστάτριες αδερφές
Σεινάμενες – κουνάμενες με το τσαντάκι τους,
Με μια γλώσσα να, για την καταπίεση της αστυνομίας,
Τίποτα γέροι ξέμπαρκοι,
Τρυφεροί και σιτεμένοι,
Κάθε μισάωρο περαντζάδα της ασφάλειας
Και τίποτ’ άλλο πια,
Τίποτ’ άλλο.
Και η φεγγαράδα τούτη- αχ, πού να σαι νιότη,
Αθωότητα, Άγιος Νικόλαος και Κατηχητικό-
Τυλίγει αργά και τελετουργικά,
Με χέρια τραχιά,
Χέρια με ματωμένη ευαισθησία,
Γιατί θυμούνται,
Γιατί γνώρισαν τον έρωτα παλιά,
Τυλίγει, λοιπόν, τον πεθαμένο Πειραιά μου,
Στα λιγδιασμένα σάβανά της.

Ανδρέας Αγγελάκης


Από αφιέρωμα στο περιοδικό Οδός Πανός, Δεκέμβριος 1997


Παρασκευή, 3 Μαΐου 2013

Μεταφορές (εγώ σαν άλλη πάντοτε)



“Η αποτυχία να εκφραστεί ο πόνος – είτε ως αποτυχία να αντικειμενοποιηθούν οι ιδιότητές του είτε ως αποτυχία, από τη στιγμή που αυτές οι ιδιότητες έχουν αντικειμενοποιηθεί, να αποδίδονται στην αρχική τους θέση μέσα στο ανθρώπινο σώμα- θα λειτουργεί πάντοτε έτσι ώστε να επιτρέπει την ιδιοποίηση και τη συγχώνευσή του με ευτελείς μορφές εξουσίας. Αντίστροφα, η επιτυχής έκφραση του πόνου θα λειτουργεί πάντοτε έτσι ώστε να εκθέτει και να κάνει ανέφικτη αυτή τη ιδιοποίηση και τη συγχώνευση”. 
     
                                                                                Elaine Scary - The body in pain


-Έχεις ερωτευτεί ποτέ
-Ναι
-Πώς ένιωσες;
-Σαν μωρό που παίζει με μαχαίρια. Εσύ;
-Σα μαχαίρι στην κοιλιά ενός μωρού.
                                                      …

-Δεν μπορώ να ακούω τον μετρονόμο.
-Είναι μπάτσος του χρόνου.
                                                       …

-Εγώ
 Κληρονόμος πουλιών
 Πρέπει έστω και με σπασμένα φτερά να πετάω.

                                          Μίλτος Σαχτούρης  




Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2013

σ΄αγαπώ πιο πολύ από την αλήθεια


Εδώ και χρόνια προσπαθώ να δώσω τη φωνή μου ενέχυρο στις εμπειρίες ανθρώπων που δεν μπορούν να μεταδώσουν τον ιδιωτικό τους πόνο. Αυτό ακούστηκε άθελά μου λίγο αυτάρεσκο και είναι πολύ σύνηθες αυτή η προσφορά να εξαργυρώνεται, όχι απαραίτητα κακόβουλα, αλλά ναρκισσιστικά οπωσδήποτε. Δεν είναι ότι δεν υπάρχουν τέτοιες πηγές, άλλωστε μια σχέση με τον εαυτό έχουμε όλες και όσο πιο πληγωμένη, τόσο πιο δύσκολο να γίνει κατανοητή χωρίς επισταμένη ανάλυση. Σκάβοντας τη φόρμα όμως, μια που καθεμιά έχει τις δικές της δυναμικές και για μένα ο τρόπος ήταν στην ίδια φόρμα να βρίσκω πιο βαθιά και όλο και πιο αθέατα νοήματα, αυτή η προσπάθεια γίνεται όλο και πιο επίπονη. Δεν είναι από μόνος του ο αυτισμός, τα συμπτώματα και τα λοιπά. Είναι που κατά βάθος παραδέχομαι μέσα από διάφορους κύκλους, άλλες φορές απόγνωσης και άλλες φορές πληρότητας, ότι όσα και να καταλάβω δε θα είναι ‘αυτό’, όσο και να μιλήσω δε θα είναι ‘αυτό’. Υπάρχουν όμως ορισμένες στιγμές που συμβαίνουν κάποιες εκρήξεις μιας μαγείας και η γλώσσα της μιας γίνεται ο πόνος του άλλου, υπάρχουν στιγμές συνάντησης του πραγματικού και του φαντασιακού, που σε ό, τι η γλώσσα υστερεί η σχέση πλεονάζει και δημιουργεί κάτι άλλο που δεν συνάγεται από το άθροισμα των δύο εγώ, είναι που αυτό το θηρίο που το λένε Εγώ και με τρομάζει από πριν υπάρξω εγώ συνειδητά, αυτό το θηρίο δεν υπάρχει πουθενά. Αν και είναι σπάνιες αυτές οι στιγμές, γιατί σε αυτόν τον πολιτισμό ο φόβος λέει όταν πονούν οι άλλοι, εγώ να αμφιβάλλω στην καλύτερη, να επιτίθεμαι στη χειρότερη, όταν προκύπτουν τέτοιες στιγμές λάμπουν σα διαμάντι. 




Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2013

Madame butterfly


Νόμιζα πως δεν είμαι καλή στις μεταμορφώσεις. 
Δεν ήξερα να αφήνω τις εικόνες να οδηγούν το σώμα.
Δεν μπορούσα δημιουργώ εικόνες με το σώμα.

Ήξερα βέβαια να είμαι εδώ.
Διαρκώς.
Ατελείωτα.
Ανελέητα.
Που θα πει πως ήξερα να μην είμαι ο εαυτός μου.
Άρα είχα πειστεί πως υπάρχει μία τουλάχιστον μεταμόρφωση.
Υπάρχει μία μορφή της οποίας έχω υπάρξει το ακριβές αντίγραφο.
Υπάρχει σίγουρα μία μορφή
που έζησα στον κύκλο του περιγράμματος της.
Έστω κι αν ήμουν Εγώ
που όλο έλεγα
Εσύ.

Τώρα που τη διέσχισα
αυτή την κόκκινη λεπτή γραμμή
μπορώ να γίνω πεταλούδα;
Χωρίς να κοιτάξω πίσω πόσα ‘εγώ’ άφησα για να πετάξω; 



Τρίτη, 19 Φεβρουαρίου 2013

Μία στιγμή


Τέλος πάντων.
Έχεις βρεθεί σ’ ένα κενό.
Gap, πώς το λένε;
Ωραία, έχεις πάψει πολύ πολύ να φοβάσαι το κενό.
Τα κενά έχουν πάντα νόημα.
 Έχουν ενέργεια που μέχρι πριν ήταν εγκλωβισμένη στα σχήματα.
Όμως, αυτό το σταυροδρόμι δεν υπήρξε ποτέ ξανά για σένα.
Στην αρχή τόσων άγνωστων δρόμων.
Που μπορείς να ακολουθήσεις χωρίς κανέναν περιορισμό.
Κι ας έχεις χάσει τον προσανατολισμό.
Σκέψου πόση αξία θα έχει να πάρεις έναν από όλους τους προορισμούς.
Αν και ακόμη δεν ξέρεις.
Γιατί ξανά; Γιατί ξανά;
Θυματοποίηση – βία – επιθυμία.
Κι άλλοι να ξεκινούν έτσι τη ζωή.
Έτσι απλά.
Με το χάρτη απλωμένο μπροστά τους.
Κι ούτε να νιώθουν, πόσοι ποδοπατήθηκαν μέχρι να γίνουν στρατηγοί.