Κυριακή, 17 Ιουλίου 2011

Οι δύσκολες ώρες

Η ζωή είναι σαν το μύθο του Σίσυφου, λέει ο Καμύ. Είμαστε καταδικασμένες να κουβαλάμε αυτά τα δυσβάστακτα βάρη. Στο ενδιάμεσο όμως κάθε διαδρομής, από τον ένα βράχο στον άλλο, υπάρχει ένα περιθώριο ελευθερίας. Λίγη ανακούφιση. Λίγη ελαφρότητα. Στη ζωή συμβαίνουν πράγματα και μετά έχει λευκές σελίδες, έγραφε η Άλι Σμιθ στο Hotel Cosmos. Αυτό είναι το μήνυμα του μεταμοντερνισμού. Στην ταινία Οι ώρες, ο άρρωστος και καταθλιπτικός πετυχημένος συγγραφέας αρνείται να πάει στο πάρτυ που διοργανώνεται προς τιμήν του γιατί δε θα αντέξει τις ώρες μετά.
Τι θα γίνει μετά τη χαρά; Ο Μάρκος δε θέλει να βλέπει ανθρώπους γιατί οι άνθρωποι φεύγουν. Από τη ζωή ζει μόνο τη ματαίωση γιατί δεν αντέχει τις ώρες μετά τη χαρά. Και πώς να αντέξεις την απώλεια. Καλύτερα να μην τους είχα γνωρίσει ποτέ; Καλύτερα να μην είχα ζήσει πριν πεθάνω;
Ακόμα κι αν είναι βαριές οι πέτρες, αυτό που χρειάζεται είναι να αντέξεις την εναλλαγή. Γιατί υπάρχουν πάντα διαλείμματα ευτυχίας. Ακόμα κι αν το παιδί σου είναι στο 15% των πιο χαμηλών αυτιστικών που το δυναμικό τους δεν εξελίσσεται σημαντικά. Ακόμα κι αν κάνει κρίσεις, αν δεν ξέρεις αν πονάει και δεν μπορεί να στο πει, αν αγωνιάς για το τι θα γίνει όταν φύγεις εσύ. Η αγάπη δίνει συνοχή στον κατακερματισμό.
Το πιο θεμελιώδες υπαρξιακό ερώτημα που μπορούμε να θέσουμε είναι να ζει κανείς ή να μη ζει. Μετά τη συνειδητοποίηση ότι η ζωή είναι επιλογή, αν συνεχίζεις να επιλέγεις να ζεις, η ευθύνη είναι να είσαι πάντα με τη ζωή, όχι με το φόβο γι’ αυτήν. Ακόμα κι αν χρειάζεται πότε πότε να την εγκαταλείπεις. Να τη βλέπεις να περνάει χωρίς εσένα.
Υπάρχουν μέρες δύσκολες που απλά περιμένεις να περάσουν. Με λίγη  ταπεινοφροσύνη. Ότι η ζωή δεν σου χρωστάει, αν δεν την παλεύεις. Ότι η ζωή δεν σου χρωστάει πιο πολλά από τους άλλους. 
Αυτό που πληρώνεις στο μεταξύ είναι αυτό που δε φοβήθηκες να ζήσεις.  Όταν όμως περάσει, θα καρπωθείς τον ψυχικό πλούτο που δωρίζει η ζωή με τον άλλο.
Στον εσωτερικό μου ρυθμό επανέρχεται συχνά η φωνή της Καραπάνου:
Αφήνομαι στο χρόνο..

Λίγο να έχεις τον έλεγχο, λίγο να αφήνεσαι στο χρόνο.

Είναι η τελευταία σκηνή από τις ώρες. Με τη φωνή της αυτόχειρης Βιρτζίνια Γουλφ:  Να κοιτάς τη ζωή κατά πρόσωπο, να την ξέρεις γι’ αυτό που είναι, να την αγαπάς γι’ αυτό που είναι και πότε πότε να την εγκαταλείπεις.. 





Σάββατο, 16 Ιουλίου 2011

Breaking away from you

Κάθε φορά που είναι να φύγω από την πόλη, τρέμω βαθιά μέσα μου που αφήνω τις δομές και τις ασφάλειές μου. Όλα μου λένε πως κάποιο λάθος κάνω. Μόνο ένα συναίσθημα με σώζει από την παραίτηση: όποτε σηκώνω το σακ βουαγιάζ και φεύγω, νιώθω μια ελαφρότητα σα να ξαναγίνομαι παιδί. Τίποτα, δεν τρέχει τίποτα, όλα καλά θα πάνε.
Φεύγω πάντα με ένα βλέμμα καρφωμένο στην πλάτη μου.
Πριν έρθω στην Αθήνα από την άλλη πόλη, είχα δει ένα όνειρο. Είχα αναλάβει να φροντίζω έναν σκύλο. Αλλά εγώ, χωρίς να είναι στις προθέσεις μου, μεταφέρθηκα στο υπερπέραν και δεν μπορούσα ούτε καν να τον έχω στο πεδίο της αντίληψής μου. Όταν συνειδητοποίησα τι είχε συμβεί άρχισα να τρέχω, να διασχίζω βουνά, ερήμους, δύσβατα δάση. Μόλις έφτασα βρήκα το σκύλο νεκρό και το βλέμμα του αγαπημένου μου στραμμένο πάνω μου απορριπτικά. Στο όνειρο πήδηξα απ’ το μπαλκόνι.
Το ίδιο βλέμμα από τότε στραμμένο πάνω μου.
Με κοιτάζει και μου δίνει νόημα, με κοιτάζει και χάνω το νόημα.

Αυτό δεν είναι αγάπη, είναι αλλοτρίωση, έχω μπερδευτεί.
Πρέπει να αφήσω το βλέμμα του άλλου. Να την πάρω πάνω μου την αποτυχία.
Αυτή είναι η λάθος αγάπη.
(Γερμανικός ρομαντισμός, ισπανική υποχώρηση).
Μια φορά να πέσω και κάηκα.
Να μην κοιτάξω κάτω, θα πάθω ίλιγγο.
(Υπερβατικός ερωτισμός, εσωτερική ματαίωση).
Να μην κοιτάξω πίσω, θα τυλιχτεί το τραύμα σαν κροταλίας γύρω απ’ τα κόκκαλά μου να τα σπάσει.
Η Αθήνα με σκοτώνει.
(Είναι φράσεις που μας βόλεψαν μες στο φόβο της απόρριψης).
Αλλά εγώ θα μείνω ‘για πάντα’ εδώ. Τώρα που η πόλη έχει γίνει ένας εφιαλτικός λαβύρινθος, οι δρόμοι με περιμένουν. Χωρίς βλέμματα στην πλάτη μου. 
Ελευθερία.. 
Και πάλι και πάλι.
Η λάθος αγάπη.. 





Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

Τραύματα αόρατα, τραύματα ορατά II

Η Μαρία είναι 24. Είναι αυτιστική κι εγώ μιλάω με τη μητέρα της. Μετά από μισή ώρα συνομιλίας, η Μαρία μου βάζει τα κλάματα. Καταλαβαίνω ότι μου λέει πως λυπάται που δεν αντέχει παραπάνω από ένα μισάωρο. Καταλαβαίνω ότι μετά από αυτή την ώρα αρχίζω να την πληγώνω. Πρέπει να φύγω.
Ξέρω πόσο τραυματικό είναι να μην μπορείς να επικοινωνείς. Ξέρω πώς είναι να θέλεις τόσο πολύ να σχετιστείς, αλλά να μην αντέχεις την έκθεση στον άλλον. Κι εγώ έχω μάθει να φεύγω. Κι ας μη βάζω τα κλάματα.
Ο Μάρκος μού λέει ότι φοβάται τους ανθρώπους γιατί οι άνθρωποι φεύγουν. Κι εμένα με φοβόταν. Του υποσχέθηκα ότι θα προσέχω τι τον ενοχλεί για να μην τον πληγώσω. Ότι θα είμαι μαζί του καλή. Κι αυτός με πιστεύει. Είναι πολύ ευτυχισμένος. Είδες, του λέω, που δεν ήθελες να με δεις; Ναι, μου απαντά, όταν φύγεις θα σου πω τι έχει να γίνει. Θέλει συνέχεια να τον κοιτάζω στα μάτια. Για να γίνω φίλη του θα πρέπει να του τηλεφωνώ 5 φορές τη μέρα, μου λέει. Αν δεν το κάνω θα νομίζει ότι δεν τον αγαπώ. Η αγάπη γι’ αυτόν είναι η παρουσία, σκέφτομαι. Του λέω ότι όταν είμαι μακριά θα τον σκέφτομαι, δε χρειάζεται να είμαι παρούσα. Ότι εξίσου σημαντικό είναι το μοίρασμα των συναισθημάτων, όχι μόνο του χώρου και του χρόνου.
Ξέρω ότι έχεις εμμονές που δεν μπορείς να τις αλλάξεις. Κι εγώ παλεύω χρόνια με εμμονές που έχω ευθύνη να αλλάξω. Μα, θα σου δείχνω, όσο είμαι παρούσα, πως κι όταν θα λείπω θα είμαι μαζί σου, για να μη νιώθεις ανασφάλεια. Γιατί κανένας δεν μπορεί να ζήσει με τις απότομες μεταπτώσεις. Κανείς δεν μπορεί να ζήσει με την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή ό, τι συμβαίνει τώρα μπορεί και να αλλάξει. Θα πρέπει να ‘σαι μεγάλο παρτάκι για να μη σε κλονίζει η απειλή της απώλειας. Κι ας μην μπορεί να δώσει κανένας θνητός εγγυήσεις ότι ό, τι συμβαίνει σήμερα μπορεί να κρατήσει για πάντα. Αλλά μη χαλάς το παρόν, επειδή δεν μπορείς να ελέγξεις το μέλλον. Μη με αφήνεις διαρκώς έκθετη σε αυτόν τον γκρεμό. Θέλω, τουλάχιστον, να έχω κάτι καλό να θυμάμαι, για όσο κρατήσει αυτό.
Είναι ψευδαίσθηση η ασφάλεια, λέω στην ψυχίατρό μου. Όχι, είναι αίσθηση, επιμένει. Κι εγώ επιμένω ότι είναι το ίδιο. Κάπως έτσι αποδομούνται τα δίπολα.
Το παρόν ας είναι ‘για πάντα’. Και μετά βλέπουμε. Άλλωστε, αγάπη είναι 'να δίνεις αυτό που δεν έχεις'. 
Μη φοβάσαι, μετά θα φροντίσω το χώρο και το  χρόνο σου. 

Δευτέρα, 11 Ιουλίου 2011

..

Παλιά, σε μια κατάληψη στην Άνω Πόλη, βαριέμαι στη συνέλευση. Γράφω στίχους στα περιθώρια των σημειώσεων: Yesterday, all my troubles seemed so far away, now it seems as though they’ re here to stay..
Ένας σύντροφος, φίλος, κλεφτοδιαβάζει. ‘Οι σκέψεις μας είναι αύριο’ μου γράφει.
Είμαι δεκαεννιά χρονών. Ήταν οι ίδιοι φόβοι. Τώρα τους ξέρω με τα μικρά τους ονόματα.
Το τραύμα μας εμπλέκει σε αποφάσεις που διαμορφώνουν τον τρόπο που κατανοούμε τη θέση μας στον κόσμο. Διαμορφώνει ξανά τη δημόσια σφαίρα μας. 


Η ζωή ξαναφτιάχνεται (και) στο δρόμο. 


Το είπε ο ποιητής: Να βγούμε σύρριζα. 

Τα μάτια μας στο μέλλον, η σκέψη μας στους δρόμους. 
Τα σπίτια μας ανοιχτά σαν πλατείες. 
Να σπάνε οι τρόμοι. 

Κυριακή, 10 Ιουλίου 2011

Το ζωάκι μέσα μου


Ο σκύλος μου είναι κάθε μέρα εδώ. Μέρα νύχτα είναι εξαρτημένος από μένα. Καμιά φορά μου τη σπάει. Αυτές τις μέρες γυρίζω στο σπίτι μετά από ψυχοφθόρες συναντήσεις με την αναπηρία που μου παίρνουν τόση ενέργεια στην προσπάθεια να ανταπεξέλθω, που θέλω μόνο να σωριαστώ σα σακί στον καναπέ. Αλλά πρέπει να τον βγάλω για τη μεσημεριανή του βόλτα. Έχει ήλιο και ζέστη πολλή κι εγώ είμαι σε μια πόλη χωρίς θάλασσα. Αυτή η πόλη είναι κλειστή σα φρούριο. Τα μεσημέρια ασφυκτιώ στην Αθήνα και πρέπει να βγάλω το ζωάκι μου βόλτα. Και μετά αυτή η βόλτα.. Αν νιώσει ερεθίσματα από άλλα σκυλιά περνά τρεις λεωφόρους χωρίς προσοχή. Κι εμένα τρέμει το φυλλοκάρδι μου. Του θυμώνω.
Και μετά τον κοιτάζω στα μάτια για να θυμάμαι. Να θυμάμαι τι είναι η αγάπη. Να θυμάμαι πόση ανάγκη έχω την αγάπη του. Πόσο χρειάζομαι να τον φροντίζω.
Είναι ένα μυθιστόρημα που λέγεται Η θάλασσα. Η σύντροφος του ήρωα είναι άρρωστη βαριά, πεθαίνει. Μια μέρα του ζητά να την πλησιάσει και του λέει ‘Μη στεναχωριέσαι, κι εγώ σε μισούσα κάποιες φορές’. Ήταν μεγάλη ανακούφιση αυτή η ειλικρίνεια. Μετά  από πολλές φυγές, έμαθα ότι δε χρειάζεται να φύγω. Έχω δικαίωμα να είμαι εδώ χωρίς να είμαι.
Η αγάπη είναι σα να λες ‘σου ζητώ να αρνηθείς αυτό που σου προσφέρω γιατί δεν είναι αυτό’. Έτσι λέει ο Λακάν. Καμιά φορά σε αμφισβητώ. Καμιά φορά φοβάμαι ότι χάνω την ελευθερία μου εξαιτίας σου. Καμιά φορά. Όλες τις άλλες μέρες η ζωή έχει νόημα γιατί υπάρχεις, χωρίς να συνειδητοποιώ ότι γι’ αυτό δεν υποφέρω. Γιατί είσαι κι εσύ εδώ. Εκείνες τις φορές, όταν σου θυμώνω που δεν είσαι αυτό που θα ήθελα να είσαι, που είσαι η υπενθύμιση της έλλειψής μου, του πληγωμένου μου ναρκισσισμού, της ρημάδας της αμφιθυμίας μου, της ματαιωμένης παντοδυναμίας μου, εκείνες τις φορές γίνεσαι η υπενθύμιση της ενηλικίωσής μου, της επιλογής μου να σε μεγαλώνω μαζί μ’ εμένα, της γνώσης μου για τα όρια του ανθρώπινου, της αγάπης που έχω να σου δώσω κι ας μην είναι αυτή που μου υποσχέθηκαν ότι θα είναι. Μία, τέλεια, υψηλή, ευγενική και πανίσχυρη.
Η  ελευθερία μου είναι ότι σε επέλεξα. Κι ας βρέθηκες τυχαία στον πανικό της Πατησίων. Την αμφιθυμία μου θα την αντέξω, δε θα καταλάβεις ποτέ τίποτα, δε θα πληγωθείς ποτέ από αυτήν. Γιατί δεν είναι ότι λέω σ’ αγαπώ και δε σ’ αγαπώ ταυτόχρονα. Αυτή η θέση που έχει ταυτόχρονα την αντίθετή της δεν είναι αμφιθυμία, αφού δεν αφήνει χώρο για μια αγάπη που απλά δεν είναι όπως της φαντάστηκα. Αμφιθυμία είναι να δέχεσαι την έλλειψη. Τη δική σου και του άλλου και το χάσμα ανάμεσά σας.
Ξέρω ότι είμαι υπερπροστατευτική. Ξέρω ότι δε σ’ αφήνω να ζήσεις πολλές περιπέτειες. Ξέρω ότι πότε πότε γίνομαι μοναχική και σου λείπουν οι αγκαλιές. Αλλά θα μείνουμε ‘για πάντα’ μαζί και δε θα τρομάξει κανείς μας. Θα έχω για χάρη σου ισχυρή θέληση και μεγάλη καρδιά. Κι αν πέσω δε θα το δεις.
Θα σε πάρω μέσα μου βαθιά να με γιατρέψω. 

Σάββατο, 9 Ιουλίου 2011

Τραύματα αόρατα, τραύματα ορατά


Πρώτη φορά πήγαινα σε αυτό το κέντρο ημέρας. Μόνο παιδάκια έβλεπα μέχρι τώρα. Μα δεν είναι το ίδιο σου λέει. Τα αυτιστικά παιδάκια φαίνονται συχνά χαριτωμένα. Οι εμμονές τους φαίνονται σαν τερτίπια κακομαθημένου παιδιού. Όμως στους ενήλικες, η διαφορετικότητα είναι σου λέει ορατή.
Είναι αυτός ο θυμός που βλέπω στη συνάντηση με την αναπηρία. Σα να έχεις ευθύνη γι’ αυτήν. Κι από την άλλη, σα να μην είναι στο χέρι σου. Κι αυτός ο οίκτος είναι η άλλη όψη όλων αυτών. Μην τους βοηθάς από οίκτο. Υπάρχει κι η αγάπη σου λέω, δεν είναι όλα ναρκισσισμός.
Δε θέλω να νιώσω πιο καλή. Ψάχνω να βρω το κοινό μας τραύμα.
Πώς να στο πω για να το ακούσεις; Σου χρωστάω πολλά.
Σε βλέπω να χτυπιέσαι και να μη σε σταματάει ο πόνος.
Βλέπω το σώμα σου χαραγμένο παντού και την ουλή να διασχίζει το κεφάλι από τη μια άκρη ως την άλλη. Πώς επιβίωσες μετά από αυτό το τραύμα; Μα πώς το άντεξες αυτό; 
Στεναχωριέμαι που σε βλέπω να πονάς.
Ψάχνω να βρω το κοινό μας τραύμα.
Είναι που δεν μπορώ να χτυπήσω το κεφάλι μου στον τοίχο. Είναι που δε θέλω να δουν την ουλή και να ξέρουν τι περνάω.
Αλλά δεν μπορείς να μιλήσεις. Κι εδώ οι λέξεις κάνουν πράγματα. Αν και όχι τόσο απλά. Επειδή νομίζουμε ότι οι λέξεις κάνουν πράγματα, τα πράγματα γίνονται κι εμείς ξεχνάμε την εξουσία που έχουμε να τα κάνουμε γιατί δεν το αντέχουμε ότι είναι δική μας η επιλογή και η ευθύνη. Ότι είναι η μόνη ελευθερία που έχουμε.  
Αν δείξω τη θλίψη μου θα βλέπουν μια θλιμμένη. Θα έχω γίνει κάτι, σα να έχω μια ταυτότητα που θα με φυλακίσει σε μια εικόνα.
Μα εγώ δε θέλω να φυλακιστώ.  Στο κάτω κάτω γιατί να πρέπει να το δουν; Μπορούν και να το φανταστούν. Αν έχουν βρεθεί εκεί θα ξέρουν πώς είναι.
Σε κοιτάζω λοιπόν επίμονα. Γιατί δε χρειάζεται να φαίνεται. Γιατί ξέρω πόσο πονάει. Ive been there. Αν το κάνεις γι’ αυτό, παράτα το. Το βλέπω έτσι κι αλλιώς.
Βλέπω τα καρφιά από μέσα.