Παρασκευή, 7 Ιουνίου 2013

Οι πόλεις (λίγο χαμένες, λίγο κερδισμένες)



Ο Χριστός Πειραιάς μου



Πάει ο Πειραιάς με το ρολόι του,
Ο Πειραιάς που μας ανέθρεψε, που μας κανάκεψε,
Ο Πειραιάς με το μουστάκι το παχύ, τους λούστρους, το χασίσι.
Αχ, πάει σαν τη μοτοσυκλέτα ενός νεκρού,
Της πήρανε τα λάστιχα, το καθρεφτάκι, τα εξαρτήματα,
Έμεινε μόνο ο σκελετός της,
Κάποιος τη σπρώχνει στο νερό,
Τρίζει λίγο παραπονεμένα
Και αργά, βυθίζεται μετά, στο βούρκο.
Βρώμικο το νερό και σταχτοπράσινο
Την καταπίνει ηδονικά. Θα την ξεράσει στου Τζελέπη.
Τα βράδια είναι σκέτη θλίψη η Τρούμπα,
Που τα φτερά της τα παλιά, τα κόκκινα, τα κίτρινα,
Οι σαραντάρες που ανεβαίνουν τα σκαλιά
Με ψωμωμένους ναύτες που μάγεψαν τον Τσαρούχη,
Φαντάρους λιποτάκτες με σουγιά κρυμμένο στην αρβύλα,
Αλισβερίσι με τους ξένους αγγέλους,
Σουηδοί, Αμερικανάκια, θηριώδεις Γερμανοί,
Μάτια μικρού παιδιού αθώα
Που κάποιος φόνος, όμως πλέει μες στο βυθό τους,
Τα λεμονάδικα με σκοτεινές φωλιές
Για όσους τολμηρούς δεκαπεντάχρονους,
Σάμαλι και φτωχολογιά,
Πούλιες, ξώπλατα και ψηλό τακούνι.
Πάει πια μοιρολογείστε τον.
Μετά τις δέκα, νέκρα και ερημιά.
Μονάχα, βέβαια, το πρωί
-να λέμε την αλήθεια-
Πιάνεις τα βλέμματα των ναυτικών
Που τριγυρνούν από γραφείο σε γραφείο
Αμέσως τη συνωμοσία, τη φλόγα που σιγοκαίει βαθιά τους,
Καθυστερούνε λίγο στο περίπτερο
Τάχατες για να ψωνίσουνε τσιγάρα
Και πια, θα πάρει η ιστορία το δρόμο της,
Μα, τι τα θες, αυτές είναι οι εξαιρέσεις.
Είναι γεμάτη η Τρούμπα από μαύρους,
Καλόβουλους, πάντοτε μαζί, δυο – δυο, τρεις - τρεις,
Με μάγουλα χαρακωμένα απ’ τα έθιμά τους,
Λιάζονται στο παρκάκι ώρες, γελώντας με το παραμικρό,
Φορώντας παρδαλά πουκάμισα και τζην,
αρχάγγελοι από την Γκάνα, το Σουδάν, τη Ζέντα.
Η αστυνομία και οι δήμαρχοι αποστείρωσαν τα πάντα.
Στα δάχτυλα μετριούνται οι τολμηροί
που θα θυμίσουν παλιές δόξες,
που θα στηθούν μετά τις δώδεκα στο καθήκον.
Συνήθως, πεντέξι επαναστάτριες αδερφές
Σεινάμενες – κουνάμενες με το τσαντάκι τους,
Με μια γλώσσα να, για την καταπίεση της αστυνομίας,
Τίποτα γέροι ξέμπαρκοι,
Τρυφεροί και σιτεμένοι,
Κάθε μισάωρο περαντζάδα της ασφάλειας
Και τίποτ’ άλλο πια,
Τίποτ’ άλλο.
Και η φεγγαράδα τούτη- αχ, πού να σαι νιότη,
Αθωότητα, Άγιος Νικόλαος και Κατηχητικό-
Τυλίγει αργά και τελετουργικά,
Με χέρια τραχιά,
Χέρια με ματωμένη ευαισθησία,
Γιατί θυμούνται,
Γιατί γνώρισαν τον έρωτα παλιά,
Τυλίγει, λοιπόν, τον πεθαμένο Πειραιά μου,
Στα λιγδιασμένα σάβανά της.

Ανδρέας Αγγελάκης


Από αφιέρωμα στο περιοδικό Οδός Πανός, Δεκέμβριος 1997


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου