Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

Damaged, but not broken                          

Δυο βδομάδες στις αγαπημένες σου πόλεις. Μητροπόλεις γεμάτες βία και τρυφερότητα. Να είσαι ξένη και ανώνυμη, τουρίστας, όμως, να μη σου κοστίσει ξανά, όσο όλες οι ρωγμές της ζωής σου. Αυτές να φύγουνε, να γιατρευτούν, να βρεις άλλες εμπειρίες, καινούριες σχέσεις, καινούριες φαντασιώσεις κι οι παλιές ας είναι εκεί, σα φαντάσματα, να μην ξεκουνάνε, δεν πειράζει, μόνο να μη σε ταράζουν, ας κάτσουν απέναντι να σε κοιτάνε ήρεμα, όπως οι φωνές στο παραλήρημα του Τζον Νας σε μια αμερικανιά, το ‘Ένας υπέροχος άνθρωπος’. Να κάθονται, ήσυχα, στο απέναντι πεζοδρόμιο κι εσύ να περπατάς στους δρόμους του Λονδίνου, στο Benthal Green, στο Soho και την China Town, να μεθάς στην Brick Lane με κοκτέιλς και μπύρες πολλές ήδη από την παμπ στο London Fields, να καταλήγεις σε ένα κλαμπ που σου υποσχέθηκαν τέκνο, αλλά η τέκνο αυτή είναι ανυπόφορη, κομμέρσιαλ, σκέτη καγκουριά που σε χαλάει, μαζι με τις μπύρες, να ρουφάς όλο τον πόνο και την εκτόνωση, να κάνεις δυο ώρες για την επιστροφή σε μια αδιευκρίνιστη τοποθεσία στο δυτικό Λονδίνο, που χάνατε τα διώροφα λεωφορεία και χάνεις τον έλεγχο, αλλά είναι, από πριν, ένα σημείο της διαδρομής που επέλεξες, να χάνεις τον έλεγχο, αλλά έχει ένα φεγγάρι τρέλα και φωτογραφίζεις 200 άτομα στη στάση κάτω απ’ το φως του που αμυδρά το συλλαμβάνεις, και την άλλη μέρα να τρέχεις στην τέιτ, για να πας και μια φορά στη ζωή σου κι ας έχεις χανγκ όβερ κι ας προτιμάς να μεθάς στους δρόμους του Λονδίνου. Να περπατάς, να περπατάς, ένα πρωινό στο Notting Hill, με γλύκα και τρυφερότητα κινηματογραφική, να περπατάς, να περπατάς, Camden Town, κι εδώ μόλις βρέθηκε η Amy Winehouse νεκρή, αλλά εσύ δεν ξέρεις γιατί να λυπηθείς, όχι δεν είσαι λυπημένη για τους ήρωες, προσπαθείς να μη λυπάσαι για τους δικούς σου ήρωες, να προσπαθήσεις να μην έχεις ήρωες, αλλιώς θα τους καταστρέψεις κι αυτούς μαζί με το ναρκισσισμό σου, τα είδωλα είναι για να πέφτουν, γι’ αυτό τα φτιάχνουμε, για να ζούμε μετά με τους μύθους τους, λυπάσαι όμως έτσι κι αλλιώς που θα έρθει ο θάνατος, τόσος κόσμος σε αυτήν την πόλη, και εσύ είχες αγαπήσει την αγγλική λογοτεχνία και το αγγλικό σινεμά και την αγγλική μουσική και οι γεμάτοι δρόμοι να σου θυμίζουν στίχους του T.S. Eliot I had not thought death had undone so many, να μη λυγίσεις, δεν έχεις χρόνο, οδεύεις προς το θάνατο όπως όλοι, όπως κι αυτοί που σε πληγώσανε, να λυπάσαι, να μη λυγίζεις, δρόμοι πλημμυρισμένοι να ξεχνούν το θάνατο, we are all always steadily heading towards death, το λεγε εκείνη η τύπισσα στην τέιτ, με τις ιστορίες των ζωντανών νεκρών στη Βραζιλία, τη Βοσνία, την Ινδία και αλλού, και να είσαι στα ίχνη της αποικιοκρατίας, η επίσκεψη στους ανθρωπολόγους του LSE, που επιμένουν σε αυτή την πόλη σε αυτή τη χώρα, να φτιάχνουν κοσμολογίες για τους άλλους, τους εξωτικούς και τις θρησκείες τους, να επιστρέφεις στο Bethnal Green, να συνομιλείς με φίλους διαδικτυακά και να νιώθεις απλά καλά που είναι ακόμα εκεί κι ας τους ξεχνάς για λίγο, κι ας σε ξεχνούν κι αυτοί. Να περπατάς από κει στο Hackney, σ’ ένα σπίτι βικτωριανό να σε μαγεύει, σα να σου μιλάει η Virginia Woolf, φαντασμένο, η ψυχή σου είναι γεμάτη ανθρώπους που δε γνώρισες ποτέ, ο φίλος να σου μιλάει για το contact dance κι εσύ να του λες ότι τ αγγίγματα σε φοβίζουν, τόσος φόβος μέσα σ’ ένα σώμα, το σώμα σου είναι φτιαγμένο από φόβο, η κουλτούρα σου είναι μια κουλτούρα του φόβου και η τέκνο σε σώζει με τις μηχανικές της κινήσεις, το βιομηχανικό της ήχο, τον περιχαρακωμένο χώρο, κλέβεις κάτι από τον τρόπο της αρρενωπότητας, τον έλεγχο, τον ατομικισμό της, αλλά είναι καλό που δεν είναι κρυμμένος ο φόβος σου λέει, είναι καλό που το ξέρεις, και για λίγο, στην επιστροφή, μόνη, στο Whitechapel, να αρχίσει μια αγωνία και ξέρεις ότι όταν ο εσωτερικός εχθρός σου επιτίθεται πρέπει να φύγεις να μη σε προλαβαίνει, but you are not gonna crack, no you are never gonna crack, τόση brit pop να σου θυμίζει τον παλιό φίλο που τώρα παλέυει με την αρρώστια, κι εσένα πάντα σου θύμιζε τη νεότητα η μουσική αυτή, τι ειρωνία, τι πικρή ειρωνία, φωτογραφίες από τα γκράφιτυ στην brick lane, beautiful spoilt walls, από τις αγορές που σε διασχίζουν βουδιστές, ισλαμιστές, ινδουιστές, εβραίοι, χριστιανοί, λευκοί, μαύροι, κινέζοι, ινδοί, μπαγκλαντεζιανοί, πακιστανοί, οι μεικτοί πληθυσμοί να σου δίνουν ανάσα, να παίρνεις ανάσες, βαθιές ανάσες, το λονδίνο που όλοι περνούν, παίρνουν ό, τι θέλουν από αυτό και το αφήνουν, το λονδίνο του πένθους, το λονδίνο που είναι γκρι σαν τη θεσσαλονίκη σου, γι’ αυτό σου αρέσει το λονδίνο, ρημάδι ασυνείδητο, σε κρατά παγιδευμένη στα δίχτυα του, beautiful working class girl σ’ ένα καφέ στο Kingslad Road με μια υπέροχη βαριά, κιτς, μπαρόκ διακόσμηση, τόσο loud σαν το χαρακτήρα της και τη δέσμευσή της στη στιγμή που δε φοβάται να λέει ‘για πάντα’. 

Να περπατάς, να περπατάς..

Θυμάσαι, εκείνη την ταινία, Wit, η φιλολογία, ο καρκίνος, η ποίηση του John Donne Θάνατε, θα πεθάνεις.
Όχι με θαυμαστικό, άσε τους εντυπωσιασμούς. Ένα κόμμα να χωρίζει το θάνατο από ό, τι τον νικά. Χαμήλωσε τους τόνους. Λίγο ακόμα και θα το ’χανες. Είναι λεπτό το όριο που κάνει την ηδονή οδύνη. Να το βρεις το όριο, να έχεις επίγνωση. Για το καλό το δικό σου, για το καλό των δικών σου.


but you are not gonna crack, no you are never gonna crack..





2 σχόλια:

  1. :)ωραίο κείμενο και πολύ χαίρομαι που σε διάβασα, το τραγούδι τα σπάει, είχα πολύ καιρό να το ακούσω...

    ΑπάντησηΔιαγραφή