Παρασκευή 15 Ιουνίου 2012

Το πρώτο μου queer straight pride




Το πρώτο μου queer straight pride


Όταν ήμουνα μικρή έβλεπα και ξανάβλεπα τις φωτογραφίες από τα ταξίδια του μπαμπά. Ο μπαμπάς είχε πάει σε όλο τον κόσμο. Ήταν ναυτικός από 15 χρονών. Ο μπαμπάς στην Ιαπωνία, στην Αμερική, στο Γιβραλτάρ, από δω από κει, ο μπαμπάς με διάφορους ανθρώπους που φοράνε ρούχα εξωτικά και περίεργα. Κι εγώ φαντασιωνόμουν ότι όταν θα μεγάλωνα θα πήγαινα κι εγώ σε όλο τον κόσμο σα το μπαμπά. Αυτός ποτέ δε μίλαγε. Αυτά τα ταξίδια ήταν σα να μην έγιναν ποτέ. Μόνο εικόνες. Κι εγώ να συμπληρώνω, όπως πάντα. Να οργιάζει η φαντασία. Να παίρνουν οι μορφές περιεχόμενα. Γιατί κι ο μπαμπάς όλο έλειπε. Μια απουσία ήταν, τον καταλάβαινες μόνο από τις πράξεις του. Συνήθως, από τις συνέπειές τους πάνω μας. Η παιδική ηλικία πρέπει να είναι πολύ σκληρό και βίαιο πράμα. Είναι όλα τρομακτικά καινούρια. Να τη ζεις με τη συντροφιά της φαντασίωσης μιας απουσίας πρέπει να είναι η αφετηρία της οικειοποίησης μιας κοινωνικής θέσης θυματοποίησης. Να μαθαίνεις να ερωτεύεσαι τη συναισθηματική στέρηση. Να χεις μπερδευτεί. Γιατί ο μπαμπάς ήταν τόσο γοητευτικός που έκανε όλα αυτά τα μεγάλα πράματα.

Ο μπαμπάς έκανε ταξίδια μακρινά. Κι όμως δεν πήγε πουθενά. Αφού ήθελε να βγάλει λεφτά ο άνθρωπος και να γυρίσει στις ασφάλειές του. Και μετά, πώς να καταλάβει με τόσο ανώδυνη εναλλαγή τόπων τι σήμαινε για μένα να φύγει στα καλά καθούμενα; Τι σήμαινε να ρισκάρει και να υποστώ εγώ τον αντίκτυπο των επιλογών του, χωρίς να με έχει συμπεριλάβει σε αυτές; Τι σήμαινε να συνηθίζω σε αυτή τη θέση, να κάνω διπλή δουλειά για τον άλλον, να διατηρώ πάντα την ισορροπία της σχέσης, να προσαρμόζομαι πάντα στις ανάγκες και τα συναισθήματα του άλλου;

Κι εγώ που όλο έφευγα, πού πήγαινα άραγε; Έψαχνα χαμένη, ολομόναχη, σε αίθουσες με καθρέφτες, τόσο κενούς που πίσω τους δεν έβρισκα τίποτα, σε λαβυρίνθους που για την έξοδό από αυτούς δεν είχα καμιά εγγύηση, αναζητώντας να επαναλάβω αυτές τις εικόνες από τα ταξίδια του μπαμπά, για να βρω ότι στο τέλος του δρόμου δεν υπήρχε τίποτα, δεν είχε τέλος ο δρόμος αυτός, η πραγματικότητα ήταν ότι δεν πήγε πουθενά, στο τέλος του δρόμου υπήρχε ένα κενό, το τραύμα της μοναξιάς μου κι εγώ αναζητώντας αυτόν βρήκα τον εαυτό μου. Ακολουθώντας τους μεγαλύτερους φόβους μου, αποσύρθηκα στη μοναξιά της αναμονής για μια άλλη επικοινωνία. Και τώρα έφτασα εκεί που ήμουν από πάντα. Ψάχνοντας αυτό που νόμιζα ότι μου έλειπε, βρήκα αυτό που επιθυμώ. Αναβιώνοντας όλο αυτόν τον πόνο που δεν είχα εμπεδώσει ότι δεν μου έκανε καλό. Στο τέλος, έχοντας χάσει τα πάντα, κάθε αυταπάτη, εκτός από αυτό που φοβόσουν μπαμπά. Ότι θα μάθω την αλήθεια, ότι θα τα καταλάβω όλα και θα σε αφήσω μόνο σου. Ότι θα σταματήσω να θαυμάζω αυτόν που ήταν πάντα τόσο μακριά όχι για να βρει την μεγάλη αλήθεια, αλλά για να αποφύγει τη δική του μικρή αλήθεια. Κι αν βλέπω τώρα τη θλίψη στα μάτια σου και νιώθω τον πόνο σου, είναι γιατί εγώ δεν άργησα τόσο να πονέσω. Γι’ αυτό δεν μπερδεύω πια τη δύναμη με την εξουσία. Δε θα σου θυμώσω. Θα ξαναφτιάξω την ιστορία μου από την αρχή. Αλλάζοντας τα νοήματα στις εικόνες που αγάπησα. Μου αρκεί που δε με καυλώνει πια το τεράστιο εγώ σου. Ο άγγελος του σπιτιού. Που αν δεν τον σκότωνα εγώ, θα σκότωνε αυτός εμένα. 

Δευτέρα 2 Απριλίου 2012

Have you seen death singing?


Οδηγώ με το ποδήλατο μέχρι τον άλιμο, μια από αυτές τις μέρες που δεν τελειώνουν, και η μητρόπολη πάντα σου δείχνει έναν τρόπο να καλύπτεις τα κενά. Βρίσκομαι έξω από το α’ νεκροταφείο και θυμάμαι, όταν ήμουν μικρή που το σπίτι στο χωριό ήταν απέναντι από το νεκροταφείο και εγώ δεν είχα καταλάβει γιατί έπρεπε να φοβάμαι, αν και όλα τα παιδιά στο χωριό αναρωτιόντουσαν πώς μπορώ και κοιμάμαι τα βράδια στο σπίτι αυτό. Εγώ όμως το αγαπούσα το νεκροταφείο και πήγαινα συχνά να διαβάσω τις ιστορίες που δεν γράφτηκαν ποτέ γιατί τελείωσαν πιο νωρίς απ’ ό, τι θα ’πρεπε. Και έφτιαχνα ιστορίες γραμμένες από το τέλος που δεν της είπα ποτέ σε κανέναν, άπειρες ιστορίες, όσες και οι ώρες της παιδικής μου μοναξιάς. Θυμάμαι μόνο τους πρώτους τάφους που ήταν θαμμένα παιδιά, 4, 5, 6, 7, 8 χρονών.. ήταν από τότε παράλογο.
Μια περιοχή του α’ νεκροταφείου είναι αφιερωμένη σε προτεσταντικούς τάφους και μου φαίνεται πραγματικά πολύ όμορφη, αφιερώσεις για την αγάπη και την αφοσίωση στα αγγλικά, beloved.. grace.. lord.. οι στίχοι μου θυμίζουν μουσικές που αισθητικά απολαμβάνω και ελισαβετιανές μελωδίες, τα ονόματα είναι ξένα και μου ’ρχονται στο μυαλό όλη η αγγλική λογοτεχνία και η μεγαλοπρέπειά της, οι αδερφές μπροντέ, τα ανεμοδαρμένα ύψη και η τζέην έυρ, μορφές αέρινες, ανώδυνες, πλάσματα της φαντασίας μου, της μπερδεμένης για πολλά χρόνια με τη ζωή την ίδια. Ακούω κλασική μουσική στα ακουστικά, διασχίζω τους τάφους, τα λουλούδια, τα χορτάρια, τις επιγραφές, τα αγαλματίδια. Αφού έχω εξαντλήσει τη γοητευτική αυτή γωνιά, βγαίνω να συνεχίσω τον περίπατο στην υπόλοιπη ελληνορθόδοξη έκταση.
Είναι σκληρό και ηλίθιο να κρίνεις το θάνατο ιδεολογικά. Οπότε  δεν το κάνω. Θα το κάνει, όμως , αυτός.
Όσο περπατάω ανάμεσα σε ονόματα ανατριχιαστικά γνώριμα και απειλητικά ιστορικά, σε καθημερινές μορφές που θυμίζουν ό, τι έχω συνηθίσει, η οικειότητα επιστρατεύει όλες τις άμυνες που με προστατεύουν, όσο και με απομακρύνουν από μια αλήθεια. Σε κάθε όνομα που κάτι θύμιζε σκεφτόμουν κάτι ειρωνικό, κάτι ανάλαφρο μόνο και μόνο για να με κάνω να χαχανίσω, για να καμουφλάρω τον τρόμο. Τώρα αλήθεια φοβάμαι το θάνατό μου. Ή, μάλλον, φοβάμαι για τη ζωή μου. Κάθε στιγμή που δεν είμαι δυνατή, ώστε να πω ‘εγώ είμαι αυτό’ και κάνω ό, τι θα με αφομοιώσει από το κυρίαρχο. Ό ,τι συμφέρει στην ψυχική μου οικονομία για την επιβίωση. Η οικειότητα, αυτός μπορεί και να είναι ο θάνατος ο ίδιος. Ο θάνατος που έχεις φοβηθεί, γιατί η ασφάλεια που σε κάνει να νιώθεις σου παίρνει τη ζωή, χωρίς να το πάρεις είδηση. Οι μικρόκοσμοι που σε παγιδέψαν, μόνο και μόνο γιατί η αρρενωπότητά τους υποσχόταν μεγαλύτερη προστασία από μια ζωή εκτεθειμένη στον κίνδυνο του ξένου. Ο θάνατος που φοβάσαι είναι για όλα όσα έχεις ζήσει, όχι για τα ψυχανεμίσματα της τζέην έυρ, αλλά για όλα όσα ήταν εδώ πριν από σένα, χωρίς να τα έχεις επιλέξει, απλά συνηθίζοντάς τα, όσο τραυματικά και αν ήταν, τόσο που να αναπαράγεις τα τραύματα είναι σχεδόν ανακουφιστικό, γιατί σε χαλαρώνουν μοτίβα οικειότητας.
Να φαντασιώνεσαι το ξένο είναι κάτι άλλο από το να δέχεσαι ισότιμα το διαφορετικό. Όπως το γκόθικ μπορεί να είναι η (ψυχική) άρνηση του θανάτου. Η άρνηση είναι η ψυχική άρνηση αυτού που αρνείσαι. Και μπορεί, ο τρόμος αυτός να στραφεί σε ό, τι δεν αντέχεις να γίνεις και γι’ αυτό γίνεσαι ό, τι έχεις μισήσει, επειδή αυτό έχεις συνηθίσει, επειδή αυτό δεν είναι αυτό που θα έπρεπε να έχεις γίνει για να ικανοποιείς τις πιο μύχιες ανάγκες και επιθυμίες σου. Θα το ξέρεις, όμως, πάντα και για όποιους σου το θυμίζουν θα νιώθεις με αγχογόνα ένταση, μίσος για αυτή την αλήθεια, που κρύβεις πίσω από τη σαγήνη των φαντασιώσεων. Μέχρι να σταματήσει να με τρομάζει ο θάνατος των ελληνορθόδοξων, μέχρι να σταματήσει να με σαγηνεύει η βικτωριανή νεραϊδοχώρα, δε θα χω γίνει αυτή που θέλω να είμαι. 

Κυριακή 25 Μαρτίου 2012

Τα βράδια στη φωκίωνος



Όταν κλείνουν οι ουρανοί της κυψέλης
Οι γάτες της κρύβονται στις χορδές των πιάνων
Έτσι είναι μέσα στα παλιά αρχοντικά
Τα κόκκαλα στα σπλάχνα των πιάνων
Δεν τα αγγίζει κανείς
Όχι όχι δεν τσακίστηκε η ποιήτρια στον πεζόδρομο
Θα είναι οι γάτες που ανοίγουν τους ουρανούς της κυψέλης

Είναι η τελευταία σου ευκαιρία
Για ένα τουλάχιστον σημείο στίξης. 

Κυριακή 18 Μαρτίου 2012

Λώρα, σβήσε τα κεράκια σου


θα πρέπει να μου έχει συμβεί κάτι πολύ σοβαρό στην πραγματικότητα, γιατί όταν ήμουν πιο μικρή αγαπούσα την Γερτρούδη του Ντράγιερ και άλλες κουλτούρες που καθησύχαζαν και σα να σου λέγανε, δεν είναι ανάγκη να έρθει η ζωή, κι ούτε να επενδύσεις τόσο, μπορείς να μεγαλώνεις με παραμύθια διάφορα, που τώρα και να τα λες φαντασιώσεις ή φαντασιακά τι σημασία έχει; σημασία έχει ότι όταν ρώτησαν για τη γερτρούδη αν έζησε η απάντηση ήταν ότι δεν ζούσε αλλά νόμιζε πως αγαπούσε και αυτά ας τα θεωρήσουμε ένα πράγμα. Όμως όταν βλέπεις στον γυάλινο κόσμο τη λώρα κλεισμένη στον εύθραυστο μικρόκοσμό της και τον αδερφό της να έχει φύγει, ξέρεις ότι δε θες αυτή τη ζωή, ούτε την κλειστοφοβική ασφάλεια των φαντασιακών και τα βράδια με τις φίλες που χτίζατε παλάτια στην άμμο από μικρές, ούτε να φεύγεις γιατί έχεις φύγει πολλές φορές και ξέρεις ότι άλλο να φεύγεις, άλλο να προχωράς.

χωρίς φαντασιακά μόνο ζωή φέτες ζωής απομεινάρια δεν υπάρχει κάτι άλλο γλυκέ μου μόνο απομεινάρια νομίζουμε ότι υπάρχει κάτι άλλο για να αντέξουμε αυτό που είναι εδώ που μπορεί και να φύγει γιατί θες δε θες ο θάνατος υπάρχει και όσο μεγαλώνεις είναι λιγότερο φόβος περισσότερο ανακούφιση. Όπως και τα βλέμματα των άλλων έχουν ξεθωριάσει γιατί πόνεσες πολύ για να δίνεις σημασία. Κάποιο λάθος κάνετε, κύριε Λακάν, μεγαλώνοντας η απόλαυση να είναι μια ωραία μέρα στο πάρκο με το σκύλο και πάλι και πάλι. Γιατί αύριο μπορεί να μην είναι εδώ. Και μετά τι να το κάνω το ‘εγώ’ που μου φτιάχνουν τα φαντασιακά, θα μου γλείφει το χέρι όταν καταρρέω στον καναπέ; Όμως κανείς δε σου έμαθε να σκέφτεσαι έτσι. 1 2 3, μεμέντο μόρις, ο θάνατος πρέπει να έχει μια εξουσία, αλλιώς η ζωή θα γίνει θάνατος κι αυτό το κάνει η βιοπολιτική, ας μην εργαζόμαστε κι εμείς προς αυτήν την κατεύθυνση. Ο θάνατος πρέπει να έχει μια εξουσία, αλλά να είναι ο μόνος.


Πέμπτη 2 Φεβρουαρίου 2012

Η αγάπη άργησε μια μέρα


Εμένα οι άνδρες οι αρρενωποί πολύ με τρομάζουνε. Και πάνω απ’ όλα μου τη δίνουνε. Και ανακάλυψα έναν κόμβο βαθιά μέσα μου. Πως αν δεν αλλάξει αυτή η αδικία στον κόσμο όλο, δε θα συγχωρέσω κανέναν τους. Αν δεν αναγνωρίσουν όλοι ότι είχαν πιο πολλές ευκαιρίες  από μένα που στερήθηκα ένα σωρό κλπ κλπ.
Κι εδώ αρχίζει να βγαίνει το παιδί από μέσα μου.. οπότε κάτι δεν πάει καλά. Κάτι μου ζητάει να κοιτάξω πιο καλά.
Και θυμάμαι ένα θυμό, μια ζήλεια, έναν ανταγωνισμό που είχα όταν ήμουν έφηβη με αυτόν που έλεγαν ότι ήταν το αγαπημένο μου ξαδερφάκι. Που γεννήθηκε έξι μήνες μετά από μένα και παρόλο που μεγάλωνε αλλού, μέναμε μαζί όλα τα καλοκαίρια της ζωής μας, μέχρι τα 16 ή τα 17 μας χρόνια. Μέναμε μαζί σημαίνει ότι τα κάναμε όλα μαζί, για τέσσερις μήνες. Παίζαμε μαζί, τρώγαμε μαζί, κοιμόμασταν μαζί.
Κι εγώ θυμάμαι αυτός να έχει όλη την προσοχή του κόσμου. Θυμάμαι να μεγαλώνω με τη σημασία του μέσα μου να πνίγει ό, τι ωραίο είχα να δείξω. Που έκανα τα πάντα για να ακουστεί. Έκανα τα πάντα για να φαίνομαι σημαντική. Ό, τι μου επιτρεπόταν. Λίγα δηλαδή, αλλά σε ό, τι ήθελαν να αποδώσω απέδιδα τα μέγιστα, δουλοπρεπώς. Θυμάμαι να μεγαλώνω με αυτή την οργή, να στήνω καβγάδες γύρω από την ανισότητα και τη δικαιοσύνη που δεν είχαν σημασία για κανέναν από τους μεγάλους που θαύμαζαν τον μοναδικό κανακάρη της ευρύτερης οικογένειας, που είχε όλη την προσοχή του κόσμου χωρίς να προσπαθήσει καθόλου γι’ αυτήν. Θυμάμαι να γίνομαι έφηβη με την ανάγκη αυτής της επιβεβαίωσης και της αναγνώρισης. Να φτιάχνω όλη τη ζωή στα μέτρα αυτού του βιώματος. Που έγινε βίωμα, συναίσθημα, λέξεις, φίλες, ομάδες, ιδεολογίες.. έγινε όλη η ζωή.
Γιατί είχε συμβεί μια αδικία. Κι αυτό είναι μεγάλη αλήθεια. Που έκρυβε, όμως, καλά, ύπουλα, περίτεχνα μια άλλη αλήθεια, μια άλλη αδικία.
Και μετά, προσπαθώ να εστιάσω το φακό, σε κείνα τα χρόνια, μέχρι τη ρημάδα την εφηβεία, από τη μέρα που γεννήθηκες κι εσύ, από την ημέρα που μας μεγάλωναν μαζί, που μου φορούσαν ρούχα για να σου τα στείλουνε στα ξένα που έμενες, που μας κοιμίζαν στο ίδιο κρεβάτι, που μας έκαναν οι άλλοι όλα αυτά που φαινόταν σα να τα μοιραζόμασταν και προσπαθώ να σε θυμηθώ και δεν μπορώ.. δεν μπορώ να θυμηθώ το παιδί που ήσουν, δεν μπορώ να θυμηθώ αν ήσουν καλός ή μαλάκας ή αστείος, αν ήσουν εγωιστής, κακομαθημένος, πεισματάρης, αν ήσουν γοητευτικός, έξυπνος, ζωηρός.
Δε θυμάμαι τίποτα. Αλήθεια.
Έχω μέσα μου ένα κενό δώδεκα χρόνων.
Τουλάχιστον, δώδεκα χρόνια έζησα μαζί σου και δεν μπορώ να σε θυμηθώ. Γιατί δε σε έβλεπα. Γιατί κανένας δε σε έβλεπε. Γιατί έβλεπαν όλοι το αγόρι που θα γινόταν άνδρας και θα τους έκανε περήφανους. Που τους έκανε, δηλαδή, από τη γέννησή του. Γιατί έβλεπα μόνο την εικόνα που οι άλλοι είχαν προβάλει σε σένα. Έβλεπα την εικόνα του δικού τους εαυτού. Το αγόρι, το μονάκριβο, τον άνδρα, τον κανακάρη, τον πασά και άρχοντά τους. Τα λέγαν όλα αυτά. Κι εγώ ήμουν στη σκιά. Εγώ κάπου ήμουν τουλάχιστον. Εσύ δεν ήσουν πουθενά. Κάτω από αυτά τα σκήπτρα ήσουν μόνος σου. Ολομόναχος. Δε σε κοίταζε κανείς μας. Δεν κοίταγε εσένα. Δεν είδε κανείς ότι αυτό το αγόρι ήταν ένα παιδί που είχε ανάγκες, ελλείψεις, ανεπάρκειες, δικές του, καταδικές του, όπως όλα τα παιδιά.
Κοίτα τώρα τι περνάς. Θυμάμαι να με τραβάνε από τη μια χώρα στην άλλη, από τη μια πόλη στην άλλη για να σε επισκεφτώ στις φυλακές και τα ψυχιατρεία που μπαινόβγαινες. Στους τσαμπουκάδες που έμπλεκες- βία, πολλή βία, αδιανόητη βία χωρίς έλεος- στα ναρκωτικά που το ’καψες τελείως, όμως, πιο τελείως δε γίνεται, στις κρίσεις πανικού, τις καταθλίψεις και τα ψυχωτικά επεισόδια. Κι εγώ να ακολουθώ τους μεγάλους της ζωής μας, που έχαναν περιουσίες εξαιτίας σου, που πουλούσαν σπίτια, άλλαζαν σπίτια, γιατί σε κυνηγούσαν και κινδύνευε η ζωή σου. Αυτό που νόμιζαν ότι ήσουν δεν το έχανες με τίποτα. Αυτό που ήσουν δεν το βρήκανε ποτέ. Κι εσύ έκανες τα πάντα για να το χάσεις. Κι εγώ τώρα δε θέλω να σε δω στα μάτια μου. Τώρα είναι αργά άλλωστε. Ό, τι ήταν να γίνουμε και οι δύο έχουμε γίνει. Κοίτα, όμως, τι μας κάνανε.
Εγώ δεν ένιωθα τίποτα όσο πέρναγες τις πιο σκατένιες καταστάσεις του κόσμου. Αλήθεια, δεν είχα επαφή. Αφού ό, τι είχαμε περάσει μαζί, εγώ δεν το είχα ζήσει. Ανταγωνιζόμουν τόσα χρόνια ένα φάντασμα. Μια λέξη των μεγάλων που έκανε τόσα πολλά πράγματα, επειδή απλά την πίστεψα, επειδή έφαγα το παραμύθι. Τώρα βρήκα το θάρρος να σε δω. Να δω όλα αυτά για τα οποία εσύ δεν έχεις ιδέα. Δε θες να έχεις. Γιατί πρέπει να βρεις το θάρρος κι εσύ να αφήσεις κάτω τα σκήπτρα. Τα σκήπτρα που, έτσι κι αλλιώς, σου δώσαν οι άλλοι για τους δικούς τους λόγους.
Εγώ λέω να μην παίξω άλλο το παιχνίδι των μεγάλων. Δεν έχει πλάκα. Αν ξυπνήσεις ποτέ θα είμαι εδώ. Αλλιώς, να φύγεις, να πας μ’ αυτούς. Τι νόημα έχει, άλλωστε, να είμαστε μαζί και μόνοι. Και πώς να σ’ αγαπήσω, όταν παίζεις τον ρόλο που σου ’δώσαν αυτοί που μου μάθαιναν να σε φοβάμαι.

Αχ, αφήστε ήσυχα τα παιδιά.
Τα φοβισμένα, τα αλλοτριωμένα, τα εγκλωβισμένα, τα αιχμαλωτισμένα στην εικόνα των άλλων, παιδιά που δε μεγάλωσαν ποτέ. Γιατί έπρεπε να κάνουν άλλα παιδιά. Αρρενωπά κυρίαρχα και θηλυκά υποταγμένα. Φοβισμένα, αλλοτριωμένα, εγκλωβισμένα.. Άνθρωποι δειλοί και νάρκισσοι. Παγιδευμένοι σε μια κουλτούρα αποπλάνησης.
Τουλάχιστον, να τους διαβάζετε τα παραμύθια απ’ την ανάποδη.
Τώρα που λύθηκαν τα μάγια. 

Πέμπτη 26 Ιανουαρίου 2012

Giorgio Agamben, Απομεινάρια του Άουσβιτς, 1.9


Στα ελληνικά η λέξη είναι μάρτυρας. Οι πρώτοι πατέρες της Εκκλησίας επινόησαν τη λέξη μαρτύριο από το μάρτυρα για να δηλώσουν το θάνατο των καταδιωκόμενων χριστιανών, που έτσι έδιναν μαρτυρία για την πίστη τους. Ό, τι συνέβη στα στρατόπεδα δεν έχει πολλή σχέση με το μαρτύριο. Οι επιζώντες είναι ομόφωνοι σε σχέση με αυτό. ‘Με το να αποκαλούμε τα θύματα των Ναζί ‘μάρτυρες’, νοθεύουμε τη μοίρα τους. (Bettleheim, 1979: 92). Παρόλα αυτά, οι έννοιες της μαρτυρίας και του μαρτυρίου μπορεί να συνδεθούν με δύο τρόπους. Ο πρώτος αφορά τον ίδιο τον ελληνικό όρο, που προέρχεται όπως είναι από τη σημασία του ρήματος ‘να θυμάσαι’. Το λειτούργημα του επιζώντα είναι ‘να θυμάται’. Αυτός δεν μπορεί να μη θυμάται. ‘Οι αναμνήσεις του εγκλεισμού μου είναι πολύ περισσότερο ζωντανές και λεπτομερείς από οτιδήποτε άλλο πριν ή μετά (Levi 1997: 225). ‘Έχω ήδη μια οπτική και ακουστική μνήμη των εμπειριών εκεί που δεν μπορώ να εξηγήσω.. προτάσεις σε λέξεις που δεν ξέρω έχουν παραμείνει στη μνήμη μου σα μαγνητική ταινία. Τις επανέλαβα σε Πολωνούς και Ούγγρους και μου είπαν ότι έχουν νόημα αυτές οι προτάσεις. Για κάποιο λόγο που δεν μπορώ να εξηγήσω, κάτι ανώμαλο μου συνέβη, μια ασυνείδητη προετοιμασία να δώσω μαρτυρία (ό.π. 220).
            Το δεύτερο σημείο της σύνδεσης είναι ακόμα πιο προφανές, ακόμα πιο διδακτικό. Η μελέτη των πρώτων χριστιανικών κειμένων για το μαρτύριο- για παράδειγμα, ο Scorpiacus του Τερτύλλιου – αποκαλύπτει κάποια αναπάντεχα διδάγματα. Οι πατέρες της Εκκλησίας αντιμετωπίστηκαν από αιρετικές ομάδες που απέρριψαν το μαρτύριο γιατί, στα μάτια τους, καθιέρωσε έναν απολύτως άδοξο θάνατο (perirse sense causa). Τι νόημα θα μπορούσε να βρεθεί στο να δίνεις την πίστη σου ενώπιον των ανθρώπων - εισαγγελέων και εκτελεστών- που δε θα καταλάβαιναν τίποτα από αυτή την ανάληψη ευθύνης; Ο θεός δε θα επιθυμούσε κάτι χωρίς νόημα. ‘Πρέπει οι αθώοι να τα υπομένουν όλα αυτά;’ Μια και καλή ο χριστός θυσίασε τον εαυτό του για μας. Μια και καλή σκοτώθηκε προκειμένου να μη σκοτωθούμε εμείς. Αν ζητήσει να του επιστραφεί το ίδιο, είναι, ίσως, επειδή περιμένει κι εκείνος απαλλαγή στο θανατό μου; Ή θα έπρεπε ίσως να σκεφτεί κανείς ότι ο θεός απαιτεί το αίμα των ανθρώπων, ακόμα κι αν  αποστρέφεται αυτό των ζώων; Πώς θα μπορούσε ο θεός να επιθυμήσει το θάνατο κάποιου που δεν έχει αμαρτήσει; Το δόγμα του μαρτυρίου σε αυτή την περίπτωση δικαιολογεί το σκάνδαλο ενός θανάτου χωρίς νόημα, μιας εκτέλεσης που εμφανίζεται μόνο χωρίς σημασία. Αντιμέτωπος με το φάντασμα ενός θανάτου που ήταν προφανώς χωρίς αιτία, η αναφορά στο Ματθαίο και το Λουκά (‘όποιος με αναγνωρίσει μεταξύ των ανθρώπων, αυτόν θα αναγνωρίσω ενώπιον του πατρός μου που είναι στους ουρανούς, όποιος με αρνηθεί μεταξύ των ανθρώπων, αυτόν θα αρνηθώ ενώπιον του πατρός μου που είναι στους ουρανούς’) έκανε πιθανό να ερμηνευτεί το μαρτύριο ως θεϊκή εντολή και, έτσι, να βρει κανείς έναν λόγο για το παράλογο.
            Αλλά αυτό έχει άμεση σχέση με τα στρατόπεδα. Γιατί αυτό που συμβαίνει στα στρατόπεδα είναι η εξόντωση για την οποία είναι πιθανό να βρεις προηγούμενα, αλλά που οι μορφές της την κάνει απολύτως ανούσια. Οι επιζώντες επίσης συμφωνούν σε αυτό. ‘Ακόμα και για μας, ό, τι είχαμε να πούμε έμοιαζε να βρίσκεται πέρα από κάθε φαντασία’ (Antelme, 1992: 3).  ‘Όλες οι απόπειρες για αποσαφήνιση, αποτύγχαναν γελοιωδώς’ (Amery 1980: vii). ‘Είμαι ενοχλημένος από τις απόπειρες κάποιων θρησκευτικών εξτρεμιστών να ερμηνεύσουν την εξόντωση σύμφωνα με τον τρόπο των προφητών: ως τιμωρία για τις αμαρτίες μας. Όχι! Δεν το δέχομαι αυτό. Αυτό που είναι τρομακτικό είναι ότι ήταν δίχως νόημα…’ (Levi 1997: 219).
            Ο ατυχής όρος ‘ολοκαύτωμα’ (συνήθως με κεφαλαίο Ο) προκύπτει από αυτό το ασυνείδητο αίτημα να δικαιολογήσουν έναν θάνατο που είναι χωρίς αιτία- να δώσουν ξανά νόημα σε ό, τι ήταν ακατανόητο. ‘Θα σας παρακαλέσω να με συγχωρέσετε. Χρησιμοποιώ τον όρο Ολοκαύτωμα απρόθυμα, γιατί δε μ’ αρέσει. Αλλά, τον χρησιμοποιώ για να γίνω κατανοητός. Φιλολογικά, είναι ένα λάθος…’(ό.π: 243). ‘Είναι ένας όρος που όταν προέκυψε αρχικά, μου προκάλεσε μεγάλο μπελά. Μετά έμαθα ότι τον είχε επινοήσει ο ίδιος ο Wiesel, στη συνέχεια μετάνιωσε γι’ αυτόν και ήθελε να τον πάρει πίσω’ (ό.π.: 219). 

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2012

Τρεις πλην μία συναντήσεις

Είμαι στο σπίτι ενός αυτιστικού και πάλι. Είναι πολύ αποσυρμένος, το σπίτι βρίσκεται έξω από την Αθήνα, δίπλα στη θάλασσα, ο δεύτερος όροφος είναι όλος δικός του. Με βλέπει για λίγο, με αποφεύγει όμως, πηγαίνει πάνω. Η μάνα του μου λέει την ιστορία του. Και μαζί τη δική της. Θυμάται ότι όταν της ζήτησαν κάποτε να γράψει τα συμπτώματά του, πάθαινε κρίσεις πανικού. Κι όμως, το δικό της είναι από τα πιο αυθεντικά βιώματα που έχω ακούσει. Μου εξήγησε ότι αυτό που την πονούσε ήταν ο φόβος ότι δε θα μπορέσει να πατήσει στα πόδια του. Και ότι αυτό που την απασχολούσε ήταν να δει το χαμόγελό του. Δεν είναι όσο μελό ακούγονται. Αυτά που επαναλαμβάνονται σε αυτές τις ιστορίες είναι πολύ πιο κλισέ. ‘Εσύ καταλαβαίνεις ότι είναι αυτιστικός;’ ‘Γιατρέ μου, θα μιλήσει ποτέ;’ Ακόμα κι αν το να μιλήσει μπορεί να σημαίνει ότι θα σου πει τα ίδια πράγματα που θα σου έλεγε και με τις εικόνες ή τις χειρονομίες. Αλλά οι άλλοι δε θα ρωτάνε: μα πότε θα μιλήσει επιτέλους. ‘Τώρα πέρασε;’ τη ρωτάω; ‘Πέρασε, ναι, είμαι καλά, νιώθω καλά’, μου λέει και χαμογελά και το πρόσωπό της λάμπει κι εγώ βλέπω μια πληρότητα που έχουν οι άνθρωποι που με τον έναν ή τον άλλο τρόπο τη διαπεράσαν την εικόνα και τις αυταπάτες της, την επιβεβαίωση που σου δίνει την ίδια στιγμή που σου στερεί το νόημα χωρίς να πάρεις χαμπάρι. ‘Τι έχεις πάρει από αυτή την περιπέτεια’ τη ρωτάω; ‘Ότι βλέπω τον άνθρωπο και όχι την εικόνα’, μου απαντά.
Μπορείς να τη φρενάρεις την επιθυμία να ζήσεις με το παιδί που έχεις μπροστά σου. Με αυτόν που έχεις μπροστά σου. Μπορείς να το αρνείσαι για πάντα, μπορείς να μείνεις με τις ψευδαισθήσεις αν φοβηθείς να πονέσεις μέχρι την άβυσσο, να νιώσεις την απώλεια, που σημαίνει να διασχίζεις τα όρια του εαυτού, να χάνεις τον έλεγχο, να τσαλακώνεις την εικόνα σου, να αποδέχεσαι την πραγματικότητα που είναι μπροστά στα μάτια σου. Κι αν θέλεις τη βλέπεις, αν δε θέλεις, μπορείς να διαστέλεις τα όριά σου και να βλέπεις αυτά που θέλεις να δεις. Είναι μια επιλογή, μια συνειδητή επιλογή, να λες ότι ο κόσμος είναι φτωχός και άδειος, ενώ είσαι εσύ φτωχή και άδεια. Μόνο και μόνο για να μη ροκανίσεις το εγώ σου. Κι ας βασανίζεσαι ασταμάτητα, ανελέητα. Χαμήλωσε τα μάτια να αφεθείς στη θλίψη, να γίνεις ένα μαζί της. Το σύμπτωμά σου είναι η ελευθερία σου. Αν το αρνηθείς θα σε χειραγωγεί μια ζωή.
Είμαι στο πεδίο του Άρεως κι αυτός είναι τόσο ευτυχισμένος που μυρίζει συνέχεια και παίζει με άλλα σκυλιά. Σταματάμε σε τρία μικρά ζωάκια που τον περιτριγυρίζουν κι εγώ βλέπω έναν μεσήλικα, κι αυτό το ρημάδι το οιδιπόδειο ξέρω ότι θέλει τόσο πολύ να επιβεβαιωθεί, ότι οι μεγάλοι άνδρες εμπνέουν σεβασμό. ‘Πώς μπορείς, τον ρωτάω, δεν είναι δύσκολο να έχεις τρία σκυλιά;’ Μου αρχίζει ένα κήρυγμα για τη γενιά μου που δεν ξέρει να εργάζεται κλπ κλπ. παίρνω το σκύλο μου και φεύγω. ‘Τι να σου πω, του λέω, να είσαι μεγάλος άνθρωπος και να μην εκτιμάς μια καλή κουβέντα που άκουσες μια όμορφη μέρα, σ’ ένα πάρκο από μια κοπέλα, είναι τραγικό’. Τι να τα κάνεις τόσα ζώα αλήθεια; Ποιο εγώ ανταλλάσσεις μαζί τους; Τι τους προβάλεις άραγε; Συνεχίζουμε τη βόλτα μας στο πάρκο. Σταματάει πάλι σε μια σκυλίτσα. ‘Κα-λη-με-ρα και κα-λή χρο-νιά’. Έχει ομιλία που θυμίζει άνθρωπο με νοητική υστέρηση. ‘Α-νταλ-λάσ-σουν ταυ-τό-τη-τες κι αυ-τά. Ό-πως ε-μείς. Γι’ αυ-τό μυ-ρί-ζο-νται.’ Θυμάμαι ότι την πρώτη φορά που μια μορφή συγκρούστηκε με ένα περιεχόμενο και είδα το ρατσισμό μου, σοκαρίστηκα από τη στενότητα της ύπαρξής μου. Από το αίσθημα μειονεξίας μου. Τώρα που τσαλακώνω την εικόνα μου πιο ελεύθερα, όλο και πιο όμορφοι, όλο και πιο εκτιμητέοι μου φαίνονται οι ανάπηροι, οι καθυστερημένοι, οι αυτιστικοί, οι τρελοί. Όχι γιατί χρειάζονται την προστασία μου ή την αναγνώρισή μου. Αλλά γιατί τίποτα δε μας διαφοροποιεί.
Όλο και λιγότερες άμυνες, όλο και λιγότερες ψευδαισθήσεις, όλο και λιγότερα κόμπλεξ, όλο και πιο θολές εικόνες, όλο και λιγότερο life style, όλο και πιο χαλαρή ταυτότητα, όλο και πιο διαλεκτική ιδεολογία, όχι, καμία ιδεολογία. Όσο πιο μικρό εγώ, τόσο μεγαλύτερος κόσμος. Όλο και πιο πολύ νόημα. Ο Άλλος πρέπει να απομυθοποιηθεί. Κι εγώ επίσης. Μπας και συναντηθούμε. Μπας και επικοινωνήσουμε. Εμείς, όχι οι εικόνες μας.