Τετάρτη 26 Οκτωβρίου 2011

Σπουδή θανάτου


Σταματήστε να σκοτώνετε τους νεκρούς.
Μη φωνάζετε πια. Μη φωνάζετε.
Εάν θέλετε να τους αφουγκράζεστε ακόμα.
Εάν ελπίζετε πως δε θα χαθούν.
 Τζουζέπε Ουνγκαρέττι


Αλλά τόσες μέρες εξακολουθεί να είναι συγκλονιστικός ο θάνατος του με το ανάξιο λόγου πένθος. Γιατί εμένα έτσι μου φάνηκε ο λόγος για έναν νεκρό από τα δακρυγόνα των μπάτσων. Που πάνω στο κορμί του γίνεται μια παρωχημένη πολιτική. Κάτι σαν σκύλευση για ακόμα μια φορά, αφού όπως και όποτε γίνεται λόγος για θάνατο στο δημόσιο χώρο εξυπηρετεί σκοπιμότητες και όχι επιθυμίες, ούτε ανάγκες. Μια θλιβερή γραφειοκρατία του θανάτου, που μετρά τη ζωή ανάποδα, από την ιδεολογία.
Όχι από τα απομεινάρια της, όπως θα έπρεπε.
Δεν μπορώ να σε πενθήσω γιατί ήσουν στις τάξεις του εχθρού. Και τους νεκρούς τους πενθούν οι δικοί τους. Αυτοί αποφασίζουν το πένθος. Γιατί έχει σημασία να ξέρεις πού βρίσκεσαι και ποια θέση παίρνεις. Γιατί έχει σημασία, για τους δικούς σου, με ποιον τρόπο πρόκειται να σε πενθήσουν. Γιατί σημαίνει τον τρόπο που ζήσανε όσο ζούσες μαζί τους και τον τρόπο που θα μπορέσουν να συνεχίσουν να ζουν μετά τον θάνατό σου. Να συνεχίσουν να ζουν ξέροντας ότι σε πένθησαν όσο σου άξιζε και όσο άξιζε και στους ίδιους που αξιώθηκαν να σε έχουν στις γραμμές τους.
Διαχωριστικές γραμμές υπάρχουν ευτυχώς. Γιατί οι επιλογές μας έχουν κόστος. Άλλες είναι σαφείς. Άλλες πιο θολές. Εμείς και το κράτος. Εμείς και η κυβέρνηση. Εμείς και η αλληλεγγύη σε ποιον. Εμείς και τα ΜΑΤ. Εμείς και τα ΚΝΑΤ. Εμείς και ένας μπάτσος στα κόκκινα. Εμείς γελάμε γιατί ο μπάτσος δεν είναι μπλε. Εμείς είμαστε τα σωστά αγόρια.
Η ‘αιώνια επιστροφή’ σημαίνει (αν έχω καταλάβει σωστά) ότι αν όλα άρχιζαν από την αρχή θα έκανες και πάλι τα ίδια. Ότι αναλαμβάνεις την ευθύνη για όσα έχασες, για όσα έδωσες, για όσα έλαβες, για όσα ρίσκαρες, για τις συνέπειές τους. Που κάθεσαι τις ζεις και τις στοχάζεσαι διαμορφώνοντας μια ζωή σύμφωνα με όσα σου έμαθαν τα βιώματά σου. Που μετατοπίζεις τον τρόπο της ύπαρξής σου κάτω από το βάρος αυτών που νιώθεις μέσα σου κάθε φορά που δίνεις χώρο και χρόνο σε μια επιλογή σου. Όχι ότι χτίζεις από εγωισμό στο μακάβριο χώρο των συμπτωμάτων. Η αιώνια επιστροφή σημαίνει ότι, παρόλο το κόστος, έχεις υπάρξει ο εαυτός σου. Δεν σε αναχαίτισε να διαφοροποιηθείς ο φόβος για αυτό που θα σήμαινε να ακούς τη φωνή σου. Αυτό είχε πάντα και θα έχει συνέπειες, όπως έχουν όλα έτσι κι αλλιώς. Η ζωή είναι γεμάτη διαχωριστικές γραμμές. Κι έτσι θα έπρεπε να είναι. Η ζωή είναι γεμάτη απώλειες. Γιατί έτσι είναι. Η πειθαρχία στο κόμμα, όπως και η αγκύλωση σε ταυτότητες, το φαντασιακό του ανήκειν που σε κάνει να συμμετέχεις σε κάτι για να δουν οι άλλοι ότι είσαι μέσα σε αυτό και να νιώσεις ότι υπάρχεις κοστίζει έναν ανάξιο θάνατο. Δηλαδή, μια ανάξια ζωή.
Αυτή η αμηχανία για έναν νεκρό που δεν έγινε αυτό που επιχείρησε μια χυδαία κομματική προπαγάνδα να γίνει, δείχνει τη συντριβή του πνεύματος, δείχνει το αδύνατον του πένθους, το πένθος που δεν είναι αδιανόητο, αλλά αποκλεισμένο, δείχνει το θρίαμβο του θανάτου. Μοιάζει να είναι ακόμα μια σκύλευση στο σώμα ενός νεκρού. Και χιλιάδες νεκροί από κάτω που δεν έχουν μάθει να πενθούν. Κι άμα δεν έχεις μάθει να πενθείς, αν δεν έχεις μάθει τι χάνεις εσύ, όταν χάνεται κάποιος δικός σου, τότε δεν έχεις μάθει να ζεις και δεν έχεις ζήσει. Είναι ο θάνατος που δε θα γίνει φίλος μου ποτέ. Είναι ο θάνατος που τρώει τη ζωή από άκρη σε άκρη.

Τρίτη 18 Οκτωβρίου 2011

Πάγωσε η τσιμινιέρα

Αυτοί που φωνάζουν τους εργάτες είναι Σουηδοί. Έχουν πιο πολύ στυλ από τους άνδρες που γίνονται με τη δουλειά εδώ που τα λέμε.




Δευτέρα 17 Οκτωβρίου 2011

Όλα είναι μία συνήθεια

Όλα είναι μια συνήθεια.
Ο Πρίμο Λέβι έγραφε ότι το ποδόσφαιρο που παίζαν στα διαλείμματα οι φύλακες των στρατοπέδων συγκέντρωσης ήταν η χειρότερη φρίκη.
Λυπάμαι που όλα τα συνηθίζει ο άνθρωπος.
Λυπάμαι που θα ζήσω χωρίς τον καλύτερό μου φίλο. Λυπάμαι που η ζωή είναι μια απώλεια που απλά συνηθίζεται. Που σηκώνεσαι το πρωί για να πιεις καφέ, να βγάλεις το σκύλο, να διαβάσεις εφημερίδες, να αγχωθείς για τη δουλειά, για τις συνεντεύξεις. Η ζωή συνεχίζεται με τις ενοχές για τους γονείς που ξεχνάω διαρκώς να συλλογίζομαι, τη θλίψη για τη θεία που αρρωσταίνει όλο και πιο πολύ, τον παλιό φίλο που χάθηκε στο τέλος του καλοκαιριού, τον πόνο για μια απώλεια ανείπωτη ακόμα, πίσω από όλες τις γραμμές. Η ζωή συνεχίζεται με όλα τα άρρωστα παιδιά που γνώρισα, που δεν μπορώ να ξανασυναντήσω, με όλα τα άρρωστα παιδιά που δε θα άντεχα να φροντίσω για όλη μου τη ζωή. Η ζωή συνεχίζεται και δίπλα μου οι άνθρωποι μένουν χωρίς δουλειά, άλλοι δεν έχουν σπίτια κι έξω βρέχει. Και καμιά φορά, όσες πόρτες και να κλείσω, αρκεί μια σελίδα για να περιγραφεί η φρίκη, με κάθε λεπτομέρεια.
Να βγάλω το σκύλο βόλτα, να διαβάσω τις πρωινές εφημερίδες.
Περνούν οι ώρες και οι μέρες και όλη η ζωή.
Μέρες και νύχτες αγάπης και πολέμου.
Όπως μια πέτρα που ρίχνεις σε μια λίμνη, ταράζει για λίγο τα νερά και μετά ησυχάζουν και πάλι.
Θα συνηθίσω. Αλλά τώρα που το άγχος μου κοντεύει να με διαλύσει, θα νιώθω τουλάχιστον ζωντανή.
Ακόμα δεν έχω καταλάβει γιατί πρέπει να συνηθίσω.  Αυτό που έχω καταλάβει είναι ότι η συνήθεια είναι το χειρότερο πράγμα. 

Πέμπτη 29 Σεπτεμβρίου 2011

Μαύρες θάλασσες


Τα καλοκαίρια αφήνουν αναμμένα κεριά
στις αναπνοές των λυπημένων.
Ζέστη πουλιών που θα επιστρέψουν.
Και δεν θα ξέρουμε τι να τους πούμε.
Με το παγωμένο αίμα
με τα σπασμένα φτερά
αγαπημένων
αυτόχειρων ποιητών
νεκρών πεζογράφων.

Μην αργείτε,

μαύρες θάλασσες

Λευκά πουλιά της ησυχίας.

Μεγαλώνω. 

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Αρχίζουν τα σχολεία



Δε λέει να αρχίσει αυτός ο Σεπτέμβρης. Θα προτιμούσα να ήμουν στο στρατό, έλεγα αστειευόμενη, κάποιος να με πάρει με το ζόρι και να με βάλει σε μία καταναγκαστική εργασία. Να μου τον αρχίσουν οι άλλοι αυτόν τον Σεπτέμβρη. Από πού να την αρχίσεις αυτή τη ζωή; Τι να ’χει σημασία; Και χθες βρέθηκα να ακούω ιστορίες για το στρατό. Για τουαλέτες που χρησιμοποιούν 250 άτομα και καθαρίζονται από έναν με ένα καπάκι χλωρίνης. Και να μιλούν για ανοργανωσιά. Θυμάμαι τα Άσυλα του Goffmann. Ο στόχος των κλειστών ιδρυμάτων είναι να χάνεις το πρόσωπό σου. Την αξιοπρέπειά σου. Με κάθετί που κάνεις να νιώθεις λιγότερο άνθρωπος. Όταν σου παίρνουν τα ρούχα, όταν σου δίνουν πιο μεγάλα παπούτσια από το νούμερό σου, όταν σου στερούν την οδοντόκρεμα, όταν τρως τόσο, ώστε ποτέ να μη χορτάσεις αρκετά. Το υλικό είναι τόσο πνευματικό, σκέφτομαι. Όπως το βλέμμα του άλλου. Σου το παίρνει ή στο δίνει. Κι ας ξέρεις ότι σε έχει στην καρδιά του, θες και το βλέμμα για να νιώσεις άνθρωπος. Το βλέμμα μπροστά στους άλλους. Το υλικό είναι πνευματικό. Όταν τα βιβλία γίνονται DVD, κάποια παιδιά θα τα στερηθούν, γιατί δεν έχουν όλα laptop να φέρουν στο σχολείο.
Πρέπει να αρχίσει αυτός ο δύσκολος σεπτέμβρης. Ακούω στη βουλή τη συζήτηση για την ψυχιατρική μεταρρύθμιση και τις δομές ψυχικής υγείας που κλείνουν. Ακούγεται σα σκύλευση στα σώματα των άλλων, που δε θα στερηθούν απλά τα περισσότερα, θα γίνουν κάτι άλλο, με τρόπο ακόμα πιο κρίσιμο, ακόμα πιο επείγοντα, ακόμα πιο οριακό από τον τρόπο που νιώθουν να χάνουν την ταυτότητά τους οι δημόσιοι υπάλληλοι. Αυτό είναι το θέμα έτσι κι αλλιώς. Δε διαβάζαμε στα σώματα των άλλων, των ξένων, των αλλόκοτων και παράξενων τα σημάδια του κοινωνικού συμβολαίου. Ήταν εκεί και είναι ακόμα και αυτό το Σεπτέμβρη: στις ομοφοβικές επιθέσεις στο γκάζι και αλλού, στις ρατσιστικές επιθέσεις στον Άγιο Παντελεήμονα, στον Ασπρόπυργο, στο Ρέντη και αλλού, στις αντισημιτικές επιθέσεις που μπορούν και υπερασπίζονται το δίκιο τους στις αίθουσες των δικαστηρίων. Στις ίδιες διαδικασίες βίαιης πειθάρχησης και κανονικοποίησης υποκείμεθα όλοι και όλες, ανεξάρτητα από την πολιτική θέση που παίρναμε. Παρόλο που το να είσαι σε ευνοϊκή κοινωνική θέση είναι το αποτέλεσμα μια τυχαίας συγκυρίας που μπορεί να τη χάσεις ανά πάσα στιγμή. Γι’ αυτό μη βαυκαλίζεσαι πάνω στα προνόμια.
Αν αξίζει να προκύψει κάτι από την ήττα, εκεί που νόμιζες ότι ήσουν εξασφαλισμένη, ότι έχεις ακίνητα και αυτοκίνητα, παιδιά που σπουδάζουν και σου μοιάζουν, που θα μεγαλώσουν κανονικά και θα παντρευτούνε κανονικά, και τώρα ανατρέπονται όλα και όλοι νιώθουν άγχος και ανασφάλεια, αν αξίζει για κάτι η εθνική τους ήττα είναι γιατί μόνο από την απώλεια μαθαίνεις να γίνεσαι άνθρωπος, μόνο απ’ την ήττα μαθαίνεις να μπαίνεις με σάρκα και οστά στη θέση αυτού που υποφέρει, όχι για να πεις ένα μαλακισμένο ‘έχουν όλοι προβλήματα’, αλλά για να μη βρεθείς ούτε στα λόγια στη θέση του θύτη, για να μη ζηλέψεις τη θεση των θυμάτων που τους αξίζει να είναι στο επίκεντρο. Τόσα χρόνια, η μάνα κουράγιο, η ελλαδίτσα η ψωροκώσταινα, γινόταν αυτό που έγινε πατώντας επί πτωμάτων. Απέστρεφε το βλέμμα από τα πιο στιγματισμένα σώματα, τα σώματα που δεν μπορούσε να μην κοιτάξει. Βλέμμα από σάρκα (που σημαδεύεται) και οστά (που τσακίζουν)

Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Έξοδος από ένα καλοκαίρι


Το τραύμα είναι αυτό που δεν μπορείς να αντέξεις. Είναι η εισβολή μιας ενέργειας αφόρητης για τον ψυχισμό.
Το τραύμα είναι πέρα από το λόγο. Είναι αυτό που συμβαίνει όταν ο εαυτός σου δεν είναι παρών. Γιατί δεν αντέχει να είναι εκεί που είσαι. Δεν είναι απουσία. Δεν είπες: θα φύγω να μην το βλέπω, να μην το ξέρω για να μην το ζήσω.
Είναι μια ζώνη αδιακρισίας μεταξύ παρουσίας και απουσίας. Είναι μία άβυσσος.
‘Εκ των υστέρων’ επανέρχεσαι σε αυτήν τη σκοτεινή πνευματική περιοχή. Και πρέπει να βρεις ψυχικά και πνευματικά αποθέματα για να την επεξεργαστείς και να φέρεις σε μια ισορροπία αυτό που ήσουν με αυτό που έγινες. Το χάσμα αυτό αφήνει πάντα μια οδυνηρή ανάμνηση στη ψυχή, στο νου και το σώμα. Μια σκιά στη δράση σου,  που υπενθυμίζει τα όριά σου. Είναι, όμως, και ένα πλεόνασμα υποκειμενικότητας στη διάθεση της ανθρώπινης δυνατότητας, να κάνει την επιβίωση ξανά ζωή.
Να μάθεις να χάνεις σημαίνει να μαθαίνεις να ζεις. Να εκτιμάς αυτά που έχεις. Γιατί η ζωή είναι ο χρόνος που απομένει.
Η ευτυχία είναι απόφαση συνειδητή και θα είναι η εκδίκησή μας.

Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Take pride in your fears


Και ήρθε η στιγμή να μοιραστείς. Η αυτονομία και η περιπλάνηση δε σου ήταν ποτέ αρκετή για να γεμίζει η ζωή με νόημα. Κι ας ήξερες ότι θα φτιάξεις ιστορίες. Γιατί χωρίς αυτές, τα κενά απ’ τις δύσκολες ώρες δε γεμίζουν. Να κάνεις την εμπειρία βίωμα και το βίωμα αφήγηση. Που είναι ένα άνοιγμα στον άλλο και στον εαυτό σου που γίνεται άλλος κάθε φορά που γράφεις και δεν ξέρεις πώς θα τον αφήσεις στην τελευταία σου λέξη. Ήρθε η στιγμή να συναντήσεις παλιές και καινούριες αγαπημένες φίλες.  Σε παλιές και αγαπημένες πόλεις. Να διαχειριστείς την εγγύτητα και την μνήμη. Που έχουν κάτι η μία από την άλλη. Όπως και οι φίλες έχουν κάτι από τις πόλεις που κατοικούν κι ας τις βασανίζουν και τις δυο χίλιες αμφιβολίες για την παραμονή τους σε αυτές. Και ήρθαν οι φόβοι. Γιατί το παρελθόν δεν ξεχνιέται ποτέ. Μόνο συσσωρεύονται οι επενδύσεις του εαυτού σου και εμπλουτίζουν ακόμα πιο εκρηκτικά το παρόν. Με φόβο για την απώλεια μια που δε θα σαι ποτέ ξανά ανέμελη κι ας ξεμυαλίζεσαι στις άγριες μητροπόλεις του Βορρά. Να στέκεσαι δίπλα στις αγαπημένες φίλες που σε γεμίζουν με τις δικές τους αφηγήσεις, με τις δικές τους αναμνήσεις που έχουν κάτι από σένα, που αφήνουν ίχνη σε σένα και τα κομμάτια σας να μπαίνουν από τη μία στην άλλη και άλλα κομμάτια σας να δοκιμάζουν την ετερότητα. Το βερολίνο σου είναι πέρα από την εικόνα. Να επιστρέφεις σε όλες τις στιγμές που έχεις δοκιμάσει τη μυθική και μυθοποιημένη πόλη, μικρή που ήρθες μόνη σου να συναντήσεις τη θεία που η μαμά δε συμπαθούσε και έφτασες εδώ μικρό παιδί να διαχειριστείς όσα δεν ήξερες ακόμα ότι θα πονούν πολύ, όλο και πιο πολύ όσο θα μεγαλώνεις, σ’ ένα παλιό σπίτι στο Kreuzberg που δεν ήξερες ακόμα την ιστορία του και τι σημασία είχε αφού σου έλειπε η μαμά κι όταν θα ξαναπήγαινες να επαναλάβεις τις διαδρομές από τα Φτερά του έρωτα γιατί η μετεφηβεία περνούσε μέσα από τις ταινίες που νόμιζες ότι είχαν τόση σημασία, που νόμιζες γιατί φοβόσουν τους ανθρώπους για να είσαι ειλικρινής χρόνια τώρα μετά από την αλήθεια που πονάει όταν την ακούς να σφυρίζει μέσα από το κενό που κρύβεις μες στο στήθος σου και αντέγραφες την αναπαράσταση σα να ήταν η πραγματικότητα και πέρναγες την Unter den linden και τους αγγέλους της σ’ ένα ταξίδι πριν το χωρισμό, από κείνους τους μικρούς και ανώδυνους νεανικούς χωρισμούς που σου έμαθαν μετά τι σημαίνει η απώλεια που δεν είναι να την αψηφάς και κάθε φορά να επιλέγεις τι έχεις να αφήσεις πίσω, τι έχεις να πάρεις μαζί στις αποσκευές σου όταν φεύγεις, χρόνια ξανά μετά να αποχωρίζεσαι την αγαπημένη φίλη που εγκατέλειπε την κοινή σας πόλη και όσα ζήσατε μαζί, αλλά να κατανοείς τους ανθρώπους όταν φεύγουν, καμιά φορά δεν έχουν επιλογή, δε θα ήταν καλά αν παραμέναν εκεί που είσαι κι εσύ, θα έμενε βαθιά μες στην καρδιά σου η φίλη που τη συνάντησες ξανά χρόνια μετά και ήταν όλα όπως παλιά γιατί πώς να αλλάξουν, η ζωή είναι μία και συνεχής και όσοι αγάπησες θα γίνονται άγιοι να σε προσέχουν, να έχουν τα μάτια τους στραμμένα πάνω σου, που διασχίζατε τα σύνορα με ένα παλιό αμάξι, κοιμόσασταν μέσα στη θλίψη που το είχατε φορτώσει για τον αποχωρισμό και δεν το είπατε ποτέ η μία στην άλλη, πως σήμαινε τόσα πολλά που φύγατε μαζί για αυτό που θα σας χώριζε, σ’ ένα σπίτι στο Kreuzberg ξανά, που τώρα σου μάθαινε όσα είχαν συμβεί παλιά σε αυτή την πόλη, όσα είχαν ρημάξει τώρα πια. Το Βερολίνο είναι η πόλη του πένθους. Έχουν συμβεί όλα, έχουν τελειώσει όλα. Στις καταλήψεις με φεμινίστριες να βρίζουνε το πανκ και το πρώτο κουίαρ πάρτυ της ζωής σου and we were at the stupid kopi? Να ακούς το διχασμό που τότε δεν ήξερες ότι έπρεπε να επιλέξεις φεμινισμό ή αναρχία, αλλά σου έδειξε η ζωή μετά τα σχήματα που είναι πιο ισχυρά καμιά φορά από όσα θα ήθελες να ζήσεις, να είναι αδιαίρετα τα κομμάτια σου, χρόνια μετά ξανά στο βερολίνο να πενθήσεις έναν άλλο χωρισμό, να ακροβατείς στο όριο με την παλιά σου συγκάτοικο πριν να υπάρξει καινούρια, την παλιά σου συγκάτοικο που την αγάπησες πολύ, που σου έμαθε ότι το σπίτι είναι θησαυρός που δεν τον βρίσκεις κάθε μέρα και αποφασίσατε να διασχίσετε την ευρώπη, πάτρα, βενετία, βιέννη, βερολίνο, αμβούργο, στοκχόλμη, όσλο, τα τρένα να περνάνε τα σύνορα στην ψυχή και στο χάρτη, το σπίτι να χωρίζεται στα δύο και η ζωή να είναι στο δρόμο, απρόβλεπτη και σταθερή μαζί. Σε μια κατάληψη ξανά στο Kreuzberg και οι διαδρομές να χαράζονται από τη μια μέρα στην άλλη. Το Βερολίνο είναι η πόλη του πένθους. Και τώρα θα κατέβεις στην Oranienstrasse σα να ήσουν εκεί από πάντα, θα ξαναζωντανέψουν όλες οι φαντασιώσεις για την αυθεντικότητα του πανκ που ξέρεις ότι θα μείνουν εκεί στα ξένα να ψηλαφείς το φαίνεσθαι του διαφορετικού που σε βασάνιζε επίσης από πάντα, θα περπατάς στο Mitte να δεις φωτογραφίες μιας ζωής τραβηγμένες με μια πολαρόιντ, στιγμές μιας πόλης και μιας καθημερινότητας τόσο πεζής που να μπορεί να υψωθεί στην τέχνη που εξαντλείται γρήγορα κι αυτή, να ξαναβρείς τις μουσικές, τη noise, τη hardcore, την tekno, το post punk που σε χτυπούν από χίλιες μεριές που λέει και η ποιήτρια, Mitte, Neukoln, Friedriechstein, ήχοι διαστραμμένοι να σ’ ακολουθούν με τη βροχή που καίει τα σωθικά σου κι η τελευταία  βραδιά σ’ ένα κουίαρ πάρτυ, που είναι πολύ πολύ δικό σου τώρα πια, κορίτσια να αγκαλιάζουν κορίτσια, αγόρια που φιλάνε αγόρια και χορεύουν σαν κορίτσια, εδώ είναι το σπίτι σου, να αμφισβητείς την άρρωστη πλευρά σου που γέμισε με νταρκίλες και η αγαπημένη φίλη να μοιράζεται την αλήθεια που κρύβεται πίσω από την σκοτεινιά, ποτά, ζαλάδα, σκοτοδίνη και πρέπει να φύγεις και ξερνάς στην Kottbuser Tor, και οι φίλες να γελούν γιατί είναι σα να ξερνάς στην ομόνοια, γέλια, μαχαίρια, σκοτάδια, συντρίμμια, φτερά.
Το Βερολίνο είναι η πόλη του πένθους.
Κι η αγαπημένη φίλη, η φίλη από παλιά, η φίλη από πάντα, όπως είναι όλες οι φίλες, να σου μιλάει για τη μέρα της σε μια εξοχή του βερολίνου, σ’ ένα σπίτι με ένα φίλο και τα δύο παιδιά του. Και να νοσταλγείτε την οικογένεια που δεν είχατε ποτέ, και την ασφάλεια που πάντα την αποζητείτε γιατί δεν την είχατε όταν έπρεπε, μα ποτέ δεν είναι αργά για να αποκτήσουμε ευτυχισμένα παιδικά χρόνια, και πώς θα γίνει αυτό; να καλύπτουμε τις ανάγκες και τις επιθυμίες μας, εμείς πηγαίνουμε μια ζωή ενάντια σε αυτές, να κάνουμε αυτό που μας κάνει καλό, να αγαπάμε εκεί που μας αγαπούν κι ας μην αγαπούμε μόνο αυτούς που μας αγαπούν. Και να μιλάτε για τα παιδιά που θέλετε να κάνετε, για τα παιδιά που δε θέλετε να κάνετε, για τα παιδιά που δε θα κάνετε ποτέ.
–Ναι, αλλά εγώ θέλω να τα σπάω πότε πότε σε queer πάρτυ και να ξερνάω στην Kottbuser Tor.
 – Ναι, κι εγώ.
Και γελάτε.. γιατί αγωνιάτε από παλιά αν αυτά τα κομμάτια σας θα μπορέσουν να βρουν έναν χώρο μέσα σας, χωρίς να ενοχοποιεί το ένα το άλλο.
Γυρίζοντας όμως, να ξέρεις, ότι το ταξίδι ήταν ωραίο γιατί το σπίτι σου σε περίμενε. Κάτι από το σπίτι σου. Κι ας έχεις χάσει τα πάντα. Ό, τι αγάπησες πιο πολύ. Γιατί ο σκύλος σου έμεινε να κοιτάζει τη χαραμάδα της πόρτας την πρώτη μέρα της απουσίας σου. Γιατί θα έβλεπες την πρώτη μέρα της επιστροφής την καλύτερή σου φίλη να λέτε και πάλι τα ίδια και τα ίδια. Κι ας μελαγχολείς λίγο που όλα φαίνεται να παραμένουν ίδια, παρόλο που είχες ξεμυαλιστεί και νόμιζες ότι θα έχεις γίνει άλλος άνθρωπος στην επιστροφή σου. Πιο φαντεζί, πιο εντυπωσιακός, πιο ενδιαφέρον άνθρωπος. Με τις εμπειρίες και τις γαμάτες μουσικές, με τις φαντασιώσεις για το πανκ και το άντεργκράουντ που κορέννυνται μόλις πατάς το πόδι σου στην αθήνα.
Τώρα κλείσου για λίγο και πάλι και μη μιλάς πολύ. Γιατί χωρίς κάτι να παραμένει το ίδιο, τα πράγματα δεν αλλάζουν καλά. Γιατί το χάος σημαίνει ότι όλα παραμένουν ίδια. Και νόμιζες ότι έχασες την εσωτερικότητά σου. Και πράγματι την έχασες. Ανόητη, πολύ ανόητη. Μα, δεν πειράζει. Το παιδί μέσα σου να το φροντίζεις πάντα. Είπε η ενήλικας με την κατανόηση που πρέπει να μάθει να δείχνει στα παιδιά. Μέσα και έξω από την ίδια. Μέσα και έξω από τους άλλους.
Το Βερολίνο είναι η πόλη του πένθους. Μα κάποια πόλη θα έπρεπε να το στεγάζει κι αυτό. Γιατί η ύπαρξη είναι απώλεια. Γιατί η ζωή μας ρήμαξε τα χέρια.